Antivom - Οδηγίες, Παρενέργειες
Το ANTIVOM (αντιβομ) ενδείκνυται σε ενήλικες για τη συμπτωματική θεραπεία του λαβυρινθικού ιλίγγου και άλλων διαταραχών της ακοής λαβυρινθικής αιτιολογίας. Ο ίλιγγος είναι μία δυσάρεστη αίσθηση αστάθειας, περιστροφής και απώλειας προσανατολισμού που συχνά ακολουθείται από ναυτία και έμετο. Μία από τις κύριες αιτίες του συμπτώματος αυτού είναι η - Νόσος Ménière – τα συμπτώματα αυτής της νόσου περιλαμβάνουν:
- αίσθημα ζάλης (ίλιγγο) και ναυτία ή έμετος
- εμβοές (κουδούνισμα στα αυτιά)
- απώλεια ακοής ή δυσκολία ακοής.
Το Antivom (βηταϊστίνη, betahistine) είναι ένας τύπος φαρμάκου που ονομάζεται «ανάλογο ισταμίνης». Η βηταϊστίνη, δρα στο ισταμινεργικό σύστημα του αιθουσαίου πυρήνα: ως ασθενής μερικός αγωνιστής των Η₁ υποδοχέων και ισχυρός ανταγωνιστής των Η₃ υποδοχέων, ενισχύει τη μικροκυκλοφορία στο έσω ους και μειώνει την ενδολεμφική πίεση.3 Το έσω αυτί είναι ένα από τα όργανα που είναι υπεύθυνα για την αίσθηση ισορροπίας.2 Αυτός είναι ο λόγος που η βηταϊστίνη δεν προκαλεί την έντονη υπνηλία των κλασικών αντιισταμινικών: δεν δρα με τον ίδιο τρόπο.
| Μορφή | mg και ποσότητα | τιμή |
|---|---|---|
| Χάπια | ANTIVOM TAB 8MG BTx50 | 5,66 ευρώ |
| Χάπια | ANTIVOM TAB 16MG BTx50 | 9,07 ευρώ |
| Χάπια | ANTIVOM TAB 24MG BTx50 | 11,34 ευρώ |
| Διασπειρόμενο | ANTIVOM OR.DISP.TA 24MG BTx60 | 9,87 ευρώ |
| Διασπειρόμενο | ANTIVOM OR.SO.D 8MG/ML 30ML | 3,82 ευρώ |
Αποτελεσματικότητα Antivom
Ορισμένες φορές μπορεί να παρατηρηθεί βελτίωση μόνο μετά από μερικές εβδομάδες θεραπείας με Antivom. Κάποιες φορές καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται μετά από μερικούς μήνες.
Ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι όταν η θεραπεία λαμβάνεται από την έναρξη της νόσου μπορεί να συμβάλει στη μείωση των επεισοδίων ιλίγγου και στην επιβράδυνση εξέλιξης της νόσου.1
Δοσολογία Antivom
Η δοσολογία για τους ενήλικες είναι γενικά μεταξύ 24 και 48 mg ημερησίως, διηρημένη σε δύο ή τρεις δόσεις και θα πρέπει να προσαρμόζεται σε κάθε ασθενή ανάλογα με την ανταπόκριση στο φάρμακο.4
Η μέγιστη δόση είναι 48 mg την ημέρα.
Το Antivom μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή. Ωστόσο, το Antivom μπορεί να προκαλέσει ήπιες στομαχικές διαταραχές. Η λήψη του Antivom με τροφή μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό των στομαχικών διαταραχών.
Το Antivom πόσιμες σταγόνες, διάλυμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς αραίωση. Κάθε δόση θα πρέπει να αραιώνεται σε τουλάχιστον 100 ml νερού, π.χ. σε ένα ποτήρι με νερό.
Η συνιστώμενη δόση είναι:
- Antivom 8 mg δισκίο: ένα δισκίο ή δύο δισκία τρεις φορές την ημέρα.
- Antivom 16 mg δισκίο: ένα δισκίο τρεις φορές την ημέρα.
- Antivom 24 mg δισκίο: μισό δισκίο ή ένα δισκίο δύο φορές την ημέρα.
- Antivom 8 mg/ml πόσιμες σταγόνες, διάλυμα: 1 ml (1 ml=30 σταγόνες) ή 2 ml (2 ml=60 σταγόνες) τρεις φορές την ημέρα. Κάθε δόση θα πρέπει να αραιώνεται σε τουλάχιστον 100 ml νερού
Παρενέργειες Antivom
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί:
- Κεφαλαλγία
- Ήπιες στομαχικές διαταραχές (όπως ναυτία, έμετος, άλγος στομάχου, διάταση της κοιλίας και μετεωρισμός).5

Φύλλο οδηγιών χρήσης Antivom
Μπορείτε να δείτε και να κατεβάσετε το επίσημο φύλλο οδηγιών του Antivom για το κοινό, και το SPC του Antivom όπου περιγράφονται αναλυτικά όλες οι πιθανές παρενέργειες, προφυλάξεις και αντενδείξεις.
Αντενδείξεις - Προφυλάξεις χρήσης Antivom
Οι ασθενείς με βρογχικό άσθμα ή ιστορικό πεπτικού έλκους πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Δεν πρέπει να πάρετε το φάρμακο αν έχετε επινεφριδιακό όγκο («φαιοχρωμοκύττωμα»).
Προσοχή συνιστάται σε ασθενείς με κνίδωση ή αλλεργική ρινίτιδα, εξαιτίας της πιθανότητας επιδείνωσης αυτών των συμπτωμάτων.
Προσοχή συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή υπόταση.
Τα χάπια Antivom περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη για αυτό οι ασθενείς με προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης – γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Καθώς η betahistine είναι ανάλογο της ισταμίνης, η αλληλεπίδραση της betahistine με αντιισταμινικά μπορεί θεωρητικά να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα κάποιου από αυτά τα φάρμακα.
Antivom σε Εγκυμοσύνη και Θηλασμό
Το Antivom δεν συνιστάται κατά την εγκυμοσύνη εκτός εάν κριθεί απολύτως απαραίτητο από ιατρό, καθώς τα διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σε έγκυες είναι περιορισμένα. Η ναυτία και ο ίλιγγος της εγκυμοσύνης απαιτούν διαφορετική αξιολόγηση και δεν αποτελούν ένδειξη για βηταϊστίνη.
Κατά τον θηλασμό, δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα εάν η βηταϊστίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η απόφαση πρέπει να σταθμίζει το όφελος για τη μητέρα και τον πιθανό κίνδυνο για το βρέφος. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ιατρική γνώμη πριν από οποιαδήποτε χρήση.
Μπορώ να χρησιμοποιήσω το Antivom;
To Antivom πρέπει πάντα να λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας. Μην στηρίζεστε σε φόρουμ και κριτικές τρίτων για τη χρήση ή τη διακοπή του Antivom, ακολουθείτε πάντα τις οδηγίες του γιατρού που σας παρακολουθεί.
Πότε ο ίλιγγος χρειάζεται άμεση ιατρική εκτίμηση
Ο ίλιγγος δεν είναι πάντα αθώο σύμπτωμα. Άμεση ιατρική εκτίμηση απαιτείται όταν ο ίλιγγος συνοδεύεται από:
- αδυναμία ή μούδιασμα στη μία πλευρά του σώματος, δυσκολία στην ομιλία, διπλωπία, νέο έντονο πονοκέφαλο, αστάθεια βάδισης, πόνο στο στήθος ή δύσπνοια.
Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να υποδηλώνουν κεντρικό νευρολογικό αίτιο — αγγειακό εγκεφαλικό ή άλλη κατάσταση — που δεν αντιμετωπίζεται με βηταϊστίνη. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν καθυστερούμε περιμένοντας να λειτουργήσει το φάρμακο, αλλά επικοινωνούμε αμέσως με το γιατρό μας ή τα επείγοντα περιστατικά.
Συμπληρωματικές επιλογές
Συχνά, ο ίλιγγος εμφανίζεται ή επιδεινώνεται λόγω ψυχολογικών αιτίων, όπως το άγχος και το στρες. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει, όπως και συμπληρωματικές προσεγγίσεις, πάντα εξατομικευμένα και υπό τις οδηγίες ενός ειδικού γιατρού.
Συχνές ερωτήσεις (FAQ)
Βοηθά το Antivom στις εμβοές;
Ναι, το Antivom μπορεί να μειώσει τις εμβοές όταν αυτές οφείλονται σε λαβυρινθική αιτιολογία, όπως στη νόσο Ménière. Ο μηχανισμός δράσης περιλαμβάνει βελτίωση της μικροκυκλοφορίας στο έσω αυτί, η οποία μειώνει την ενδολεμφική πίεση που ευθύνεται για τις εμβοές. Η βελτίωση ενδέχεται να εμφανιστεί μετά από εβδομάδες θεραπείας.
Πότε αρχίζει να κάνει αποτέλεσμα το Antivom;
Το Antivom δεν δρα άμεσα. Βελτίωση μπορεί να παρατηρηθεί μετά από μερικές εβδομάδες χρήσης, ενώ σε ορισμένους ασθενείς απαιτούνται αρκετοί μήνες για βέλτιστα αποτελέσματα. Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, η έγκαιρη έναρξη θεραπείας μπορεί να συμβάλει στην επιβράδυνση εξέλιξης της νόσου — τα δεδομένα ωστόσο παραμένουν αντιφατικά.
Τι κάνω αν ξεχάσω να πάρω μια δόση Antivom;
Αν θυμηθείτε σύντομα μετά την ώρα που έπρεπε να πάρετε τη δόση, μπορείτε να την πάρετε αμέσως. Αν όμως πλησιάζει η ώρα για την επόμενη δόση, παραλείψτε αυτή που ξεχάσατε και συνεχίστε κανονικά το πρόγραμμά σας. Μην πάρετε διπλή δόση για να αναπληρώσετε αυτή που χάσατε.
Μπορώ να οδηγώ όταν παίρνω Antivom;
Το ίδιο το Antivom δεν επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα οδήγησης. Ωστόσο, οι παθήσεις για τις οποίες χορηγείται — ίλιγγος και νόσος Ménière — μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Εάν εμφανίζετε επεισόδια ιλίγγου ή αστάθειας, αποφύγετε την οδήγηση μέχρι να επικοινωνήσετε με τον γιατρό σας.
Είναι το Antivom ίδιο με το Vomex-A;
Όχι, το Antivom και το Vomex-A είναι εντελώς διαφορετικά φάρμακα. Το Antivom περιέχει βηταϊστίνη και χρησιμοποιείται για λαβυρινθικό ίλιγγο και νόσο Ménière. Το Vomex-A περιέχει διμενυδρινάτη — ένα αντιισταμινικό με άμεση αντιεμετική και κατασταλτική δράση, κατάλληλο για ταξιδιωτική ναυτία ή εμετό. Η επιλογή βασίζεται στη διάγνωση και την ιατρική οδηγία.
Βιβλιογραφία
- 1.Adrion, C., et al. (2016). Efficacy and safety of betahistine treatment in patients with Meniere’s disease: primary results of a long term, multicentre, double blind, randomised, placebo controlled, dose defining trial (BEMED trial). BMJ, h6816. [Betahistine Vertigo Attack Reduction Evidence]
- 2.Murdin, L., et al. (2016). Betahistine for symptoms of vertigo. Cochrane Database of Systematic Reviews, 2020(7). [Betahistine Inner Ear Balance Physiology]
- 3.National Institute for Health and Care Excellence. (2023). Ménière's disease. NICE. [Betahistine Meniere's NICE Clinical Guidance]
- 4.Basura, G. J., et al. (2020). Clinical Practice Guideline: Ménière’s Disease. Otolaryngology–Head and Neck Surgery, 162(S2). [AAO-HNS Meniere Disease Guideline 2020]
- 5.Van Esch, B., et al. (2021). Betahistine in Ménière’s Disease or Syndrome: A Systematic Review. Audiology and Neurotology, 27(1), 1–33. [Betahistine Side Effects Systematic Review]

