Μαννόζη
Η μαννόζη ή D-μαννόζη είναι ένας τύπος σακχάρου που μοιάζει πολύ με τη γνωστή σε όλους μας γλυκόζη (ζάχαρη). Είναι και τα δύο απλά σάκχαρα, είναι δηλαδή μονοσακχαρίτες. Και τα δύο υπάρχουν φυσικά στο σώμα και υπάρχουν σε πολλά φυτά με τη μορφή αμύλου.
Διάφορα φρούτα και λαχανικά περιέχουν D-μαννόζη, όπως:
- Το κράνμπερι (και ο χυμός του)
- Τα μήλα
- Τα πορτοκάλια
- Τα ροδάκινα
- Το μπρόκολο
- Τα πράσινα φασόλια
H D-μαννόζη δρα σαν γλυκοθρεπτικό συστατικό στο σώμα. Ενεργοποιεί πρωτεΐνες όταν συνδέεται με αυτές (και σχηματίζονται οι γλυκοπρωτεΐνες), και έτσι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε πολλούς ιστούς και όργανα.
Οι άνθρωποι λαμβάνουν D-μαννόζη μέσω της διατροφής ή την παράγουν από την φρουκτόζη. Το μεγαλύτερο ποσοστό της D-μαννόζης (98%) που εισέρχεται στα κύτταρα προκύπτει από την φρουκτόζη. Η φρουκτόζη διασπάται για την παραγωγή ενέργειας, ενώ μόνο το 2% συνδέεται με πρωτεΐνες. Αυτές οι πρωτεΐνες μπορούν να απελευθερώσουν D-μαννόζη πίσω στο αίμα διατηρώντας τα επίπεδα της D-μαννόζης.
Οι κύριες κλινικές εφαρμογές της D-μαννόζης είναι:
- Η δυνητική υποστήριξη του ουροποιητικού συστήματος
- Η διατροφική διαχείριση συγκεκριμένων σπάνιων διαταραχών γλυκοζυλίωσης
Λοιμώξεις του ουροποιητικού
Οι λοιμώξεις της ουροποιητικής οδού μπορούν να επηρεάσουν κάθε τμήμα της, περιλαμβανομένων της ουρήθρας και των νεφρών. Οι περισσότερες προκαλούνται από το E. coli (75-90%), που μπορεί να εισέλθει στην ουροδόχο κύστη μέσα από την ουρήθρα και να αρχίσει να πολλαπλασιάζεται.
Οι λοιμώξεις της ουροποιητικούς οδού είναι πολύ συχνές στις γυναίκες. Οι γυναίκες έχουν πιο κοντή ουρήθρα από τους άνδρες, και αυτό κάνει πιο εύκολη τη μεταφορά των βακτηρίων στην ουροδόχο κύστη.
Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού είναι πιο σπάνιες στους άνδρες. Παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης λοιμώξεων του ουροποιητικού στους άνδρες και στις γυναίκες είναι η ηλικία, το αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα, νοσήματα όπως ο διαβήτης ή η σκλήρυνση κατά πλάκας και η χρήση καθετήρα.
Τα κύρια συμπτώματα των λοιμώξεων του ουροποιητικού είναι:
- Η αυξημένη συχνότητα ούρησης με μειωμένο όγκο ούρων
- Η αίσθηση τσουξίματος στη διάρκεια της ούρησης
- Τα θολά, σκούρα ούρα
- Ο πόνος, η ναυτία και ο πυρετός
Ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν ότι η D-μαννόζη ενδέχεται να δυσχεραίνει την προσκόλληση των βακτηρίων στα κύτταρα του ουροποιητικού συστήματος.1 Η D-μαννόζη πιθανολογείται ότι μειώνει την ικανότητα του βακτηρίου E. coli (που είναι υπεύθυνο για την πλειοψηφία των λοιμώξεων του ουροποιητικού) να προσδεθεί στα κύτταρα της ουροποιητικής οδού.3
Επιπλέον, η D-μαννόζη μελετάται ως συμπληρωματικό μέσο για τη μείωση του κινδύνου υποτροπών στις λοιμώξεις του ουροποιητικού.2 Μετά από την αρχική θεραπεία με αντιβιοτικά, η D-μαννόζη μπορεί να χρησιμοποιηθεί προληπτικά.4
Συγγενείς διαταραχές της γλυκοζυλίωσης
Οι συγγενείς διαταραχές της γλυκοζυλίωσης είναι αποτέλεσμα γενετικών ελαττωμάτων στα ένζυμα που συνδέουν τα σάκχαρα με τις πρωτεΐνες. Οι ελαττωματικές, ατελείς πρωτεΐνες μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες στα όργανα. Ο τύπος lb αυτής της διαταραχής είναι μια σπάνια βλάβη στο ένζυμο που παράγει D-μαννόζη από την φρουκτόζη. Μπορεί να επηρεάσει πολλά όργανα όπως το ήπαρ και ο εγκέφαλος, να προκαλέσει υποσιτισμό, εμετό και άλλα σοβαρά συμπτώματα.
Η ιατρικώς επιβλεπόμενη χορήγηση D-μαννόζης μπορεί να υποστηρίξει το μεταβολισμό σε περιπτώσεις έλλειψης της φυσιολογικής παραγωγής της, συμβάλλοντας στην άμβλυνση ορισμένων συμπτωμάτων αυτού του συνδρόμου. Ωστόσο, η D-μαννόζη δεν αποτρέπει πλήρως τις ηπατικές επιπλοκές, καθώς το 33% των ανθρώπων εμφανίζει προβλήματα στο ήπαρ παρά την πρόσληψη D-μαννόζης.
Παρενέργειες μαννόζης
Συχνές παρενέργειες της D-μαννόζης περιλαμβάνουν το φούσκωμα, τα υδαρή κόπρανα και την διάρροια. Καθώς η D-μαννόζη αποβάλλεται από το σώμα μέσω των ούρων, υπάρχει περίπτωση οι υψηλές δόσεις της να τραυματίζουν ή να προκαλούν βλάβη στους νεφρούς.
Καθώς η D-μαννόζη μπορεί να αλλάξει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, είναι πολύ σημαντικό για τους ανθρώπους με διαβήτη να προσέχουν ιδιαιτέρως όταν χρησιμοποιούν συμπληρώματα με D-μαννόζη. Δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλειά της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του θηλασμού, για αυτό καλό είναι να αποφεύγετε η χρήση της σε αυτές τις περιόδους. Τα παιδιά δεν πρέπει να λαμβάνουν D-μαννόζη.
Οι ασθενείς καλό είναι να γνωρίζουν ότι τα συμπληρώματα διατροφής δεν στερούνται ανεπιθύμητων ενεργειών και η λήψη τους πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα, ειδικά σε περιπτώσεις νεφρικής δυσλειτουργίας.
Αν και η D-μαννόζη χρησιμοποιείται συχνά ως συμπληρωματική αγωγή για το ουροποιητικό σύστημα, καλό θα ήταν να συμβουλεύεστε το γιατρό σας αν αντιμετωπίζετε κάποιο πρόβλημα καθώς μπορεί να προκληθούν σοβαρές επιπλοκές, όπως η λοίμωξη των νεφρών (πυελονεφρίτιδα) και ακόμη και μόνιμη βλάβη στους νεφρούς.
Ενίσχυση του οργανισμού
Ορισμένες συμπληρωματικές προσεγγίσεις μπορούν να βοηθήσουν επικουρικά στην ενίσχυση του οργανισμού, σωματικά και ψυχικά, υπό τις οδηγίες ενός εξειδικευμένου γιατρού.
Βιβλιογραφία
- 1.Hayward et al. (2024). d-Mannose for Prevention of Recurrent Urinary Tract Infection Among Women: A Randomized Clinical Trial. JAMA Internal Medicine, 184(6), 619–628. [link]
- 2.Lenger et al. (2020). D-mannose vs other agents for recurrent urinary tract infection prevention in adult women: a systematic review and meta-analysis. American Journal of Obstetrics and Gynecology, 223(2), 265.e1–265.e13. [link]
- 3.Cooper et al. (2022). D-mannose for preventing and treating urinary tract infections. Cochrane Database of Systematic Reviews, 8(8), CD013608. [link]
- 4.Urinary tract infection (recurrent): antimicrobial prescribing (NICE Guideline NG112). [link]
