Διαταραχή αποπροσωποποίησης - αποπραγματοποίησης
Η "διαταραχή αποπροσωποποίησης" (depersonalization) είναι μια σοβαρή ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ένα ή περισσότερα επεισόδια αποπροσωποποίησης, κατά το οποίο το άτομο χάνει την αίσθηση της πραγματικότητας, νιώθει σαν να μην είναι ο εαυτός τους (εξωτερικός παρατηρητής), αποξενώνεται από τον εαυτό του.
Η διαταραχή αποπροσωποποίησης, η οποία είναι επίσης γνωστή ως διαταραχή αποπραγματοποίησης (derealization), είναι μια ψυχική διαταραχή που προκαλεί μια απότομη και έντονη αποκοπή από το περιβάλλον, την πραγματικότητα.
Για να τεθεί η διάγνωση της διαταραχής αποπροσωποίησης-αποπροσωποποίησης τα επεισόδια αυτά θα πρέπει να είναι ικανά να επιφέρουν σημαντική έκπτωση της κοινωνικής ή επαγγελματικής λειτουργίας του ατόμου.
Τι είναι αποπροσωποποίηση - αποπραγματοποίηση;
Ανήκει στις διασχιστικές διαταραχές, που χαρακτηρίζονται από ξαφνική, παροδική μεταβολή της συνείδησης, της ταυτότητας ή της κινητικής συμπεριφοράς, λόγω διάσχισης. Η αλλαγή στην αντίληψη στην διαταραχή αποπροσωποποίησης δημιουργεί μια αίσθηση διαχωρισμού ανάμεσα στη συνείδηση του ατόμου και στο μυαλό και στο σώμα του (αποπροσωποποίηση) ή ανάμεσα στη συνείδηση και στον έξω κόσμο (αποπραγματοποίηση).
Ορισμένα μεμονωμένα επεισόδια αποπροσωποποίησης ίσως να αποτελούν μια φυσιολογική προσαρμογή στο στρες, στην κόπωση ή στις δυσάρεστες αναμνήσεις ή αισθήσεις. Όμως οι άνθρωποι με διαταραχή αποπροσωποποίησης δυσκολεύονται να παραμείνουν προσγειωμένοι στην πραγματικότητα και αυτό γίνεται χρόνιο και μη ελεγχόμενο. Χωρίς θεραπεία, οι μεταβολές της συνείδησης αφήνουν αυτούς τους ανθρώπους με άγχος, τρόμο και αναστάτωση, και έτσι δεν μπορούν να διαχειριστούν τα ενοχλητικά συμπτώματα.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο κατά την αποπροσωποποίηση;
Η αποπροσωποποίηση δεν είναι αποκλειστικά ψυχολογικό φαινόμενο — έχει σαφή νευροβιολογική βάση. Νευροαπεικονιστικές μελέτες έδειξαν μειωμένη δραστηριότητα στο μεταιχμιακό σύστημα δεξιά, καθώς και υπερδραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό, ο οποίος «φρενάρει» την επεξεργασία των συναισθημάτων.
Αυτό εξηγεί γιατί τα άτομα με αποπροσωποποίηση περιγράφουν μια αίσθηση «συναισθηματικής αναισθησίας» — ο εγκέφαλος κυριολεκτικά καταστέλλει τα εισερχόμενα ερεθίσματα ως αμυντικό μηχανισμό.
Η δυσλειτουργία στον άξονα HPA (υποθαλαμο-υποφυσιο-επινεφριδιακό) και η αλλοιωμένη σεροτονινεργική μεταβίβαση θεωρούνται επίσης ότι συμβάλλουν στην παθοφυσιολογία της διαταραχής.
Στοιχεία για τη διαταραχή
Ανεξάρτητα με την ηλικία, το 1-2% του ενήλικου πληθυσμού έχει μια διαταραχή αποπροσωποποίησης.2 Καθώς τα ποσοστά διάγνωσης είναι χαμηλά, υπολογίζεται ότι το 7% του πληθυσμού μπορεί να έχει κάποια συμπτώματα διασχιστικής διαταραχής κάθε χρόνο. Οι μελέτες δείχνουν ότι το 50% του πληθυσμού θα έχει ένα επεισόδιο αποπροσωποποίησης/αποπραγματοποίησης κάποια στιγμή στη ζωή του, αν και οι περισσότεροι δεν εμφανίζουν κάποια ψυχιατρική διαταραχή. Παρόλο που η διάγνωση γίνεται πιο συχνά στην ενήλικη ζωή, ο μέσος όρος έναρξης της διαταραχής είναι τα 16 έτη.
Eίναι γενικά δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια ο αριθμός των ανθρώπων με διαταραχή αποπροσωποποίησης, καθώς συχνά γίνεται λανθασμένη διάγνωση και συγχέεται με την κατάθλιψη ή το άγχος ή οι άνθρωποι δεν μοιράζονται τα συναισθήματά τους με κάποιον γιατρό καθώς φοβούνται ότι θα στιγματιστούν και θα τους πούνε ʺτρελούςʺ.
Η διαταραχή αποπροσωποποίησης είναι μία από τις τρεις αναγνωρισμένες διασχιστικές διαταραχές.3 5 Η κατάσταση διάσχισης μπορεί να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές ή ελλείμματα στη συνείδηση που παρεμβαίνουν στη λειτουργικότητα και αυξάνουν τα επίπεδα του στρες και της ανησυχίας.
Η αποπροσωποποίηση, η αποπραγματοποίηση και άλλα συμπτώματα διάσχισης δεν είναι πολύ γνωστές στους περισσότερους ανθρώπους, αλλά είναι σχετικά συχνές στους νέους και στους ενήλικες.
Η αποπροσωποποίηση και η αποπραγματοποίηση θεωρούνται ουσιαστικά η ίδια διαταραχή (DPDD, Depersonalization/Derealization Disorder). Είναι δύο εναλλακτικές εκδοχές του ίδιου τύπου συμπτώματος διάσχισης. Η κάθε μία αλλάζει τη σχέση μεταξύ συνείδησης και πραγματικότητας με ουσιαστικό και θεμελιώδη τρόπο.
Συμπτώματα αποπροσωποποίησης
Τα επεισόδια αποπροσωποποίησης συχνά περιγράφονται ως ένα συναίσθημα ότι κάποιος έχει μια εμπειρία εκτός σώματος, παρόλο που δεν υπάρχει πραγματική αλλαγή στη συνείδηση.
Η αποπροσωποποίηση εκδηλώνεται σαν μια βαθιά και ουσιαστική αποσύνδεση από την ψυχική και σωματική πραγματικότητα του μυαλού και του σώματος.1 Οι σκέψεις και οι αισθήσεις είναι ακόμη εκεί, αλλά μοιάζουν να είναι απόμακρες και αποσυνδεδεμένες, σαν να είναι το άτομο παγιδευμένο μέσα στο μυαλό ενός ξένου που ελέγχει όλα όσα βλέπει, ακούει, αισθάνεται και σκέφτεται. Τα συναισθήματα ίσως να είναι ανύπαρκτα ή ίσως να φαίνονται ότι προέρχονται από το πουθενά, και στην πραγματικότητα να μην συνδέονται με τα γεγονότα που συμβαίνουν εκείνη τη στιγμή.
Ένα άτομο που βιώνει επεισόδια αποπροσωποποίησης παραμένει σε σύνδεση με το σώμα, αλλά η συνείδηση ξαφνικά διασχίζεται. Η αποπροσωποποίηση βιώνεται από ένα άτομο ως διάσχιση της προσωπικότητας, της επίγνωσης και της αντίληψης, και μπορεί να προκαλέσει κρίση πανικού αν συνεχιστεί για πολύ. Η διαταραχή μπορεί να επηρεάσει σημαντικά διάφορες πτυχές της ζωής ενός ατόμου, συμπεριλαμβανομένης της εργασίας, των σχέσεων και της ποιότητας ζωής γενικότερα. Είναι πολύ σημαντικό να αναζητήσει κανείς βοήθεια το συντομότερο δυνατό, γιατί καθυστερήσεις στη θεραπεία μπορεί να παρατείνουν την πορεία της διαταραχής.
Πολύ συχνά, τόσο στην αποπροσωποποίηση αλλά και στην αποπραγματοποίηση), οι άνθρωποι αισθάνονται ότι χάνουν το μυαλό τους και φοβούνται ότι θα τρελαθούν (ΤΕΣΤ σχιζοφρένειας).
Συμπτώματα αποπραγματοποίησης
Τα συμπτώματα αποπραγματοποίησης αφήνουν στο άτομο την εσωτερική αίσθηση της ανέπαφης ενότητας αλλά προκαλούν χάος με την αντίληψη του κόσμου όπως είναι στην πραγματικότητα.
Κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου αποπραγματοποίησης το περιβάλλον γύρω σας μπορεί να μοιάζει ξαφνικά περίεργο, άγνωστο ή κατά κάποιο τρόπο ʺλάθοςʺ. Τα φυσικά αντικείμενα μπορεί να διαστρεβλωθούν, να παραμορφωθούν ή να τροποποιηθούν, και ίσως να είναι δύσκολο κάποιος να αναγνωρίσει άλλους ανθρώπους. Ο χρόνος περνά με διαφορετικό ρυθμό, μπορεί να παρατηρηθούν παράξενες διακοπές ή ασυνέχεια στη ροή των γεγονότων, και οι πέντε αισθήσεις (αφή, οσμή, ακοή, όραση, γεύση) ίσως να είναι υπερβολικά ευαίσθητες στη διέγερση.

Διάγνωση
Πριν τη διάγνωση της διαταραχής (F48.1 κατά ICD10)4 ο ψυχίατρος θα σας ζητήσει σε μια σειρά οργανικών εξετάσεων (όπως αιματολογικές εξετάσεις, MRI εγκεφάλου, εγκεφαλογράφημα, κα) για να αποκλείσει το ενδεχόμενο κάποιας άλλης ψυχικής διαταραχής ή σωματικής νόσου που μπορεί να προκαλεί συμπτώματα διάσχισης.
Αν όλες οι εξετάσεις βγουν αρνητικές, τότε γίνεται η διάγνωση της διαταραχής αποπροσωποποίησης σύμφωνα με τα ακόλουθα τρία κριτήρια:
- Ο ασθενής αναφέρει επαναλαμβανόμενα επεισόδια αποπροσωποποίησης, αποπραγματοποίησης ή και τα δύο.
- Ο ασθενής συνειδητοποιεί ότι οι εμπειρίες αυτές είναι φανταστικές και δεν πιστεύει ότι αντανακλούν την πραγματικότητα.
- Τα συμπτώματα προκαλούν έντονο στρες ή προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις ή προβλήματα απόδοσης στη δουλειά.
Διαφορική διάγνωση αποπροσωποποίησης
Η αποπροσωποποίηση πρέπει να διαχωριστεί προσεκτικά από άλλες παθήσεις που μοιράζονται κοινά συμπτώματα:
- Σε αντίθεση με τη σχιζοφρένεια, στην αποπροσωποποίηση διατηρείται πλήρης επαφή με την πραγματικότητα — ο ασθενής γνωρίζει ότι οι εμπειρίες του δεν είναι πραγματικές.
- Σε αντίθεση με την επιληψία κροταφικού λοβού, δεν παρατηρούνται αυτοματισμοί ή μεταεπεισοδιακή σύγχυση.
- Η μείζων κατάθλιψη μπορεί να συνυπάρχει, αλλά η αποπροσωποποίηση εμφανίζεται ακόμα και απουσία καταθλιπτικής διάθεσης.
- Η διαφορική διάγνωση από αγχώδεις διαταραχές γίνεται με βάση το χαρακτηριστικό αίσθημα «εξωτερικού παρατηρητή» που είναι ειδικό για τη διαταραχή αποπροσωποποίησης/αποπραγματοποίησης.
Αιτίες και παράγοντες κινδύνου
Τα συμπτώματα της αποπροσωποποίησης και της αποπραγματοποίησης προκαλούνται συχνά από το οξύ ή το χρόνιο στρες. Το αλκοόλ, οι κρίσεις πανικού, οι περίοδοι κατάθλιψης, ή ένα ψυχικό τραύμα μπορεί να οδηγήσουν στην έναρξη τέτοιων συμπτωμάτων, τα οποία με την πάροδο του χρόνου γίνονται ακούσιες ψυχολογικές και νευρολογικές αντιδράσεις σε σκέψεις ή εμπειρίες που ενεργοποιούν το τραύμα ή που μοιάζουν απειλητικές κατά κάποιο τρόπο.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ακόμη και οι άνθρωποι χωρίς την κλινική διαταραχή μπορεί να βιώσουν συμπτώματα διάσχισης όπως η αποπροσωποποίηση ή η αποπραγματοποίηση κάποια στιγμή στη ζωή τους. Αλλά όταν αυτές οι εμπειρίες είναι επίμονες, επαναλαμβανόμενες και προβλέψιμες, είναι σημάδι μιας υποκείμενης ψυχικής κατάστασης.
Κάποιοι γνωστοί παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της διαταραχής αποπροσωποποίησης/αποπραγματοποίησης περιλαμβάνουν:
- Έκθεση σε κακοποίηση και παραμέληση στην παιδική ηλικία. Όταν οι άνθρωποι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον παραμέλησης ή κακοποιούνται σωματικά, συναισθηματικά ή σεξουαλικά, ίσως να προσπαθούν να διαχειριστούν όλο αυτό το στρες και το συναισθηματικό πόνο με την (ασυνείδητη) ανάπτυξη της αποσύνδεσης. Αλλάζοντας την συνείδηση, μπορούν να αντέξουν τον πόνο αλλά αν αυτό γίνει συνήθεια και δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές διασχιστικές διαταραχές.
- Χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών: η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών (πχ κάνναβη) πολύ συχνά έχει ως παρενέργεια την εμφάνιση αποπροσωποποίησης-αποπραγματοποίησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις η χρήση ουσιών θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα και ανεπιστρεπτί, διά βίου.
- Γενετικοί παράγοντες και οικογενειακό ιστορικό. Τα κληρονομικά χαρακτηριστικά συνήθως παίζουν ρόλο στην εμφάνιση μιας ψυχικής νόσου, όπως επίσης και το συνολικό οικογενειακό περιβάλλον.
- Προηγούμενο ιστορικό ψυχικής νόσου: αν ένα άτομο έχει μια ψυχική διαταραχή αυτό αποτελεί ένα παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση άλλων διαταραχών όπως η διαταραχή αποπροσωποποίησης.
- Άγχος. Μια μελέτη έδειξε ότι περίπου το 80% των συμμετεχόντων που ζουν με έντονο στρες είχαν βιώσει ένα επεισόδιο αποπροσωποποίησης και/ή αποπραγματοποίησης κάποια στιγμή στη ζωή τους.
- Το μεγάλωμα με συναισθηματικά ασταθείς ή μη διαθέσιμους γονείς. Όταν οι γονείς έχουν παραμεληθεί ή τραυματιστεί στην παιδική τους ηλικία, ή ακόμη και πιο μετά στη ζωή τους, αυτό μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν με τα παιδιά τους ή να έχει αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο διδάσκουν τα παιδιά να βλέπουν τον κόσμο.
Αποπροσωποποίηση από κάνναβη και ναρκωτικές ουσίες
Η χρήση κάνναβης (χασίς, μαριχουάνα) είναι μία από τις πιο συχνές αιτίες επεισοδίων αποπροσωποποίησης στους νέους. Η THC (τετραϋδροκανναβινόλη) διαταράσσει τη λειτουργία του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος στον εγκέφαλο, προκαλώντας οξεία αποσύνδεση από την πραγματικότητα.
Σε ευάλωτα άτομα, ένα μόνο επεισόδιο μπορεί να πυροδοτήσει χρόνια αποπροσωποποίηση που επιμένει για μήνες ή χρόνια μετά τη διακοπή της ουσίας.
Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται με MDMA, LSD και άλλα παραισθησιογόνα.
Η άμεση και οριστική διακοπή της ουσίας είναι το πρώτο βήμα θεραπείας — η συνέχιση χρήσης, ακόμα και σε μικρές ποσότητες, εμποδίζει σημαντικά οποιαδήποτε ψυχοθεραπευτική παρέμβαση.
Ύπνος και κόπωση
Η στέρηση ύπνου και η χρόνια κόπωση αποτελούν συχνά αγνοημένους εκλυτικούς παράγοντες επεισοδίων αποπροσωποποίησης.
Η έλλειψη ύπνου διαταράσσει τη λειτουργία του προμετωπιαίου φλοιού και του μεταιχμιακού συστήματος — των ίδιων δομών που εμπλέκονται στη νευροβιολογία της διαταραχής. Πολλοί ασθενείς αναφέρουν ότι τα πρώτα τους επεισόδια εμφανίστηκαν μετά από εξαντλητικές περιόδους εργασίας, εξεταστικές ή χρόνια αϋπνία.
Η αντιμετώπιση των διαταραχών ύπνου — μέσω ψυχοθεραπείας, υγιεινής ύπνου ή φαρμακευτικής αγωγής όταν κρίνεται απαραίτητο — αποτελεί σημαντικό συμπληρωματικό στόχο στο θεραπευτικό πλάνο.
Συννοσηρότητα
Οι διασχιστικές διαταραχές συχνά συνοδεύονται από άλλες ψυχικές ή συμπεριφορικές διαταραχές.
Κάποιες καταστάσεις που συνυπάρχουν πολλές φορές με τη διαταραχή αποπροσωποποίησης/αποπραγματοποίησης περιλαμβάνουν:
- Κρίσεις πανικού
- Διαταραχή μετατραυματικού στρες
- Μείζων κατάθλιψη
- Διαταραχές προσωπικότητας, πιο συχνά οριακή διαταραχή προσωπικότητας
- Κατάχρηση εξαρτησιογόνων ουσιών, συνήθως χασίς (κάνναβη) ή άλλων παραισθησιογόνων
Κάποιοι κοινοί παράγοντες κινδύνου ίσως να εξηγούν τη συννόσηση με άλλες καταστάσεις. Αλλά οι περισσότερες από αυτές τις διαταραχές μπορεί να δημιουργήσουν συμπτώματα αποσύνδεσης από μόνες τους, στοιχείο που δείχνει ότι η παρουσία τους βοηθά την έναρξη της διαταραχής αποπροσωποποίησης σε κάποιους ανθρώπους.
Θεραπεία
Πολλοί άνθρωποι αναρρώνουν συχνά χωρίς θεραπεία, εφόσον πρόκειται για ορισμένα περιστασιακά αποσυνδετικά επεισόδια, και όχι κάτι που συμβαίνει πιο τακτικά.
Η θεραπεία της διαταραχής αποπροσωποποίησης αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για τους ψυχιάτρους και τους ασθενείς. Υπάρχουν θεραπευτικά πρωτόκολλα για την διαταραχή αποπροσωποποίησης με καλά αποτελέσματα,7 αλλά απαιτούν συστηματική δουλειά και δέσμευση (και από την πλευρά του ασθενή και από την πλευρά του ψυχιάτρου) για τα βέλτιστα αποτελέσματα.
1. Φαρμακευτική αγωγή
Τα ψυχιατρικά φάρμακα δεν προτείνονται γενικά για τη διαταραχή αποπροσωποποίησης/αποπραγματοποίησης. Τα φάρμακα μπορεί να βοηθήσουν στη διαχείριση ορισμένων συμπτωμάτων όπως το άγχος, αλλά δεν αντιμετωπίζουν άμεσα την υποκείμενη διαταραχή. Έτσι λοιπόν τα αντικαταθλιπτικά (SSRI κυρίως) και τα αγχολυτικά φάρμακα (βενζοδιαζεπίνες, όπως το Xanax) συστήνονται μόνο για τη φάση της αποκατάστασης,6 όταν υπάρχει κάποια συνυπάρχουσα διαταραχή άγχους ή διαταραχή διάθεσης/κατάθλιψη που έχει διαγνωστεί και προκαλεί επιπλέον συμπτώματα.
2. Ψυχοθεραπεία
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει σταδιακά τους ασθενείς με διασχιστικά συμπτώματα, ώστε να μπορέσουν να σπάσουν τα δυσλειτουργικά μοτίβα σκέψης και αντίδρασης. Με την ανακάλυψη της ρίζας των συμπτωμάτων μέσω της ψυχοθεραπείας, μπορούν τελικά οι ασθενείς να αντιμετωπίσουν με υγιείς και εποικοδομητικούς τρόπους το στρες, την ανησυχία και το φόβο. Στις ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, ο ψυχοθεραπευτής δουλεύει με τον ασθενή για να τον βοηθήσει να αναγνωρίσει τις αιτίες που προκαλούν τα επεισόδια της αποπροσωποποίησης. Στη συνέχεια εξετάζονται οι επώδυνες και τραυματικές αναμνήσεις ή τα συναισθήματα που μπορεί να εξηγούν την αρχή και την διατήρηση των συμπτωμάτων αποσύνδεσης.
Επιπλέον της ατομικής ψυχοθεραπείας, η οικογενειακή ψυχοθεραπεία είναι πολύ ωφέλιμη για όλα τα άτομα της οικογένειας, καθώς πολλές λανθασμένες αντιλήψεις συνοδεύουν τη διάγνωση της ψυχικής αυτής διαταραχής. Όσα περισσότερα πράγματα γνωρίζουν οι αγαπημένοι σας για τα συμπτώματα της διαταραχή, τόσο πιο καλά θα είναι προετοιμασμένοι για να σας συμπονέσουν και να σας υποστηρίξουν, πράγμα το οποίο είναι ουσιαστικό για τους άνδρες και τις γυναίκες που ζητούν βοήθεια για να ξεπεράσουν τα θέματά τους.
3. Τεχνικές γείωσης
Κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου αποπροσωποποίησης, οι τεχνικές γείωσης βοηθούν το άτομο να επανασυνδεθεί με το παρόν.
Η πιο γνωστή είναι η μέθοδος 5-4-3-2-1: εστίαση σε 5 πράγματα που βλέπετε, 4 που αγγίζετε, 3 που ακούτε, 2 που μυρίζετε, 1 που γεύεστε.
Άλλες αποτελεσματικές τεχνικές περιλαμβάνουν: κράτημα παγάκι στην παλάμη, έντονη σωματική δραστηριότητα (π.χ. γρήγορο περπάτημα), ρυθμική αναπνοή 4-7-8 (εισπνοή 4 δευτερολέπτων, εκπνοή 8), καθώς και η εστίαση σε οικεία αντικείμενα ή φωτογραφίες.
Αυτές οι τεχνικές δεν αντικαθιστούν τη θεραπεία, αλλά μπορούν να μειώσουν τη διάρκεια και την ένταση των επεισοδίων.
Πρόγνωση
Η πρόγνωση της διαταραχής αποπροσωποποίησης/αποπραγματοποίησης εξαρτάται από την έγκαιρη διάγνωση, τη συστηματική θεραπεία και τους υποκείμενους αιτιολογικούς παράγοντες.
Σε περιπτώσεις που η διαταραχή πυροδοτήθηκε από χρήση ουσιών ή οξύ στρες, η πλήρης ανάρρωση είναι εφικτή με κατάλληλη θεραπεία.
Η χρόνια μορφή — ιδιαίτερα όταν συνδέεται με παιδικό τραύμα — απαιτεί μακροχρόνια ψυχοθεραπεία, αλλά σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής επιτυγχάνεται για την πλειονότητα των ασθενών.
Η καθυστέρηση στην αναζήτηση βοήθειας αυξάνει τον κίνδυνο χρονιότητας και δευτερογενών επιπλοκών, όπως κατάθλιψη και κοινωνική απομόνωση. Η συνεπής συμμετοχή στη θεραπεία παραμένει ο πιο καθοριστικός προγνωστικός παράγοντας.
Με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας οι άνθρωποι με διαταραχή αποπροσωποποίησης καταφέρνουν να ξεπεράσουν ή να διαχειριστούν τα συμπτώματα τους και να κατανοήσουν τη ρίζα του στρες που αντιμετωπίζουν. Διάφορες συμπληρωματικές μέθοδοι μπορούν να βοηθήσουν στην διαχείρηση του στρες και του άγχους, όπως ο διαλογισμός, η γιόγκα και η βιοανάδραση είναι χρήσιμα στη διαχείριση του βοηθώντας στη διατήρηση μιας συγκροτημένης συνείδησης εαυτού.
Συχνές ερωτήσεις (FAQ)
Είναι η αποπροσωποποίηση επικίνδυνη;
Η αποπροσωποποίηση δεν είναι σωματικά επικίνδυνη. Ωστόσο, χωρίς κατάλληλη θεραπεία, μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ποιότητα ζωής, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την επαγγελματική λειτουργικότητα. Η έγκαιρη αναζήτηση ψυχιατρικής βοήθειας μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο χρονιότητας.
Μπορώ να «τρελαθώ» από την αποπροσωποποίηση;
Όχι. Αν και το αίσθημα αυτό είναι πολύ συχνό στους ασθενείς, η αποπροσωποποίηση δεν οδηγεί σε ψύχωση ή σχιζοφρένεια. Η συνείδηση παραμένει άθικτη και το άτομο γνωρίζει σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου ότι οι εμπειρίες του δεν αντανακλούν την πραγματικότητα.
Πόσο καιρό διαρκεί ένα επεισόδιο αποπροσωποποίησης;
Η διάρκεια ποικίλλει σημαντικά — από λίγα λεπτά έως αρκετές ώρες. Σε χρόνιες περιπτώσεις, η αίσθηση αποσύνδεσης από τον εαυτό ή τον κόσμο μπορεί να είναι σχεδόν συνεχής, με μικρές διακυμάνσεις στην ένταση κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Πότε πρέπει να απευθυνθώ σε ψυχίατρο;
Αναζητήστε άμεσα ψυχιατρική βοήθεια εάν τα επεισόδια επαναλαμβάνονται, παρεμβαίνουν στην εργασία ή τις σχέσεις σας, ή συνοδεύονται από έντονο άγχος, κατάθλιψη ή κρίσεις πανικού. Η καθυστέρηση στη θεραπεία αυξάνει τον κίνδυνο χρονιότητας της διαταραχής.
Διαφέρει η αποπροσωποποίηση από την αποπραγματοποίηση;
Ναι, αν και συχνά συνυπάρχουν. Η αποπροσωποποίηση αφορά αποσύνδεση από τον ίδιο τον εαυτό — το σώμα, τις σκέψεις, τα συναισθήματα. Η αποπραγματοποίηση αφορά αποσύνδεση από τον έξω κόσμο, ο οποίος φαίνεται ξένος, θολός ή «λάθος».
Μπορεί η αποπροσωποποίηση να εμφανιστεί χωρίς κάποια γνωστή αιτία;
Σε ορισμένες περιπτώσεις ναι, αν και σχεδόν πάντα υπάρχει κάποιος εκλυτικός παράγοντας που δεν έχει ακόμα εντοπιστεί — συχνά στρες, έντονο άγχος, κάποια ψυχικό τραύμα ή χρήση ουσιών. Η ψυχοθεραπεία βοηθά στην ανακάλυψη της υποκείμενης αιτίας, ακόμα και όταν αυτή δεν είναι αρχικά εμφανής.
Βιβλιογραφία
- 1.Saini, F., et al. (2022). Depersonalization disorder as a systematic downregulation of interoceptive signals. Scientific Reports, 12(1). [Depersonalization disorder]
- 2.Simeon, D. (2004). Depersonalisation Disorder. CNS Drugs, 18(6), 343–354. [Depersonalisation Disorder]
- 3.Spiegel, D., et al. (2013). Dissociative Disorders in DSM-5. Annual Review of Clinical Psychology, 9(1), 299–326. [Dissociative Disorders in DSM-5]
- 4.World Health Organization. (2022). Depersonalization-derealization disorder (6B66). In International classification of diseases (11th ed.). [WHO ICD-11 Diagnostic Criteria]
- 5.American Psychiatric Association. (2022). Dissociative disorders. In Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed., text rev.). [APA Psychiatric Classification]
- 6.Spiegel, D. (2026). Depersonalization/Derealization disorder. MSD Manual Professional Version. [MSD Manual Clinical Treatment Consensus]
- 7.Wang, S., et al. (2023). The Treatment of Depersonalization-Derealization Disorder: A Systematic Review. Journal of Trauma & Dissociation, 25(1), 6–29. [Treatment of Depersonalization-Derealization]
