Μείζων καταθλιπτική διαταραχή
Η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, ή μείζων κατάθλιψη, είναι μια σοβαρή ψυχική νόσος που επηρεάζει σημαντικά τη διάθεση, τις σκέψεις, τη συμπεριφορά, τη λειτουργικότητα και συχνά τη σωματική υγεία του ατόμου.1 Σε αντίθεση με τη φυσιολογική λύπη, την απογοήτευση ή τις παροδικές μεταβολές της διάθεσης, πρόκειται για κλινική κατάσταση με επιμονή και ουσιαστική επίδραση στην καθημερινή ζωή.
Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα καταθλιπτικά επεισόδια σε σχέση με τους άνδρες, αν και οι λόγοι δεν είναι πλήρως κατανοητοί. Σε αρκετούς ανθρώπους η διαταραχή μπορεί να υποτροπιάζει, ενώ η απουσία έγκαιρης κλινικής αξιολόγησης μπορεί να σχετίζεται με μεγαλύτερη επιβάρυνση, αυξημένη χρονιότητα και σοβαρότερο κίνδυνο επιπλοκών, συμπεριλαμβανομένου του αυτοκτονικού κινδύνου.
Μονοπολική κατάθλιψη
Η μείζων κατάθλιψη αναφέρεται συχνά και ως «κλινική κατάθλιψη» ή «μονοπολική κατάθλιψη» και αποτελεί μία μορφή καταθλιπτικής διαταραχής. Άλλες διαταραχές του φάσματος της διάθεσης περιλαμβάνουν τη δυσθυμία και τη διπολική διαταραχή, στην οποία μπορεί να συνυπάρχουν επεισόδια κατάθλιψης και μανίας.
Η μανία χαρακτηρίζεται από επίμονη υπερυψωμένη ή ευερέθιστη διάθεση, αυξημένη ενέργεια, μειωμένη ανάγκη για ύπνο, αυξημένη αυτοπεποίθηση, λογόρροια και επιτάχυνση σκέψης. Η διάκριση ανάμεσα σε μονοπολική και διπολική διαταραχή είναι ουσιώδης, επειδή επηρεάζει τη διάγνωση και τον θεραπευτικό σχεδιασμό.
Συμπτώματα της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής
Η έναρξη του πρώτου επεισοδίου μπορεί να είναι σταδιακή και αρχικά να μη γίνεται εύκολα αντιληπτή. Συνήθως παρατηρείται σαφής αλλαγή σε σχέση με τον προηγούμενο τρόπο λειτουργίας του ατόμου.
Στα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνονται η επίμονη θλίψη ή ευερεθιστότητα, οι έντονες αλλαγές στον ύπνο, στην όρεξη και στην ενέργεια, η δυσκολία στη σκέψη, οι διαταραχές μνήμης και η έλλειψη συγκέντρωσης. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν ψυχοκινητική επιβράδυνση ή διέγερση, ανηδονία, αισθήματα ενοχής, αναξιότητας, απελπισίας ή κενού, επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονίας, καθώς και επίμονα σωματικά ενοχλήματα όπως πονοκέφαλοι, πεπτικές διαταραχές ή χρόνιος πόνος.
Όταν πολλά από αυτά τα συμπτώματα συνυπάρχουν, διαρκούν περισσότερο από δύο εβδομάδες και επηρεάζουν ουσιαστικά την εργασία, τις σχέσεις ή τη βασική καθημερινή λειτουργικότητα, απαιτείται ιατρική αξιολόγηση από επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Πότε χρειάζεται άμεση βοήθεια
Άμεση κλινική παρέμβαση χρειάζεται όταν υπάρχουν αυτοκτονικές σκέψεις, σχέδιο αυτοτραυματισμού, αδυναμία αυτοφροντίδας, έντονη ψυχοκινητική επιβράδυνση, ψυχωτικά συμπτώματα ή ταχεία επιδείνωση της κατάστασης. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν αρκεί η αυτοπαρατήρηση ή η αναζήτηση γενικών πληροφοριών στο διαδίκτυο.
Αιτίες μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής
Η μείζων κατάθλιψη δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Στην εμφάνισή της μπορεί να συμβάλλουν βιολογικοί, ψυχολογικοί και περιβαλλοντικοί μηχανισμοί, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με σύνθετο τρόπο.
Η νορεπινεφρίνη, η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη είναι νευροδιαβιβαστές που σχετίζονται με τα δίκτυα ρύθμισης της διάθεσης. Οι σύγχρονες προσεγγίσεις δεν αντιμετωπίζουν τη διαταραχή ως απλή «χημική ανισορροπία», αλλά ως πολυπαραγοντική νόσο στην οποία συμμετέχουν νευροβιολογικοί, γνωστικοί, αναπτυξιακοί και κοινωνικοί παράγοντες.
Οικογενειακό ιστορικό, χρόνιο στρες, πένθος, μεγάλες απώλειες, τραυματικές εμπειρίες, χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών και ορισμένα σωματικά νοσήματα μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα εμφάνισης ή επιδείνωσης καταθλιπτικών επεισοδίων. Παράλληλα, επεισόδια μπορεί να εμφανιστούν και χωρίς εμφανές εκλυτικό γεγονός.
Θεραπευτικές προσεγγίσεις μείζονος κατάθλιψης
Αν και η μείζων κατάθλιψη αποτελεί μια σοβαρή νόσο, η κλινική της εικόνα μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο με κατάλληλη ιατρική παρέμβαση. Ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων που λαμβάνουν εξειδικευμένη αγωγή για μείζονα κατάθλιψη παρουσιάζει αξιοσημείωτη ύφεση των συμπτωμάτων και σταδιακή επάνοδο στις καθημερινές δραστηριότητες.
Υπάρχουν διαθέσιμες πολλές μορφές παρέμβασης και η επιλογή τους εξαρτάται από τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, τη διάρκεια, το ιστορικό υποτροπών, τις συννοσηρότητες, τον αυτοκτονικό κίνδυνο, τις προτιμήσεις του ασθενούς και την κλινική κρίση του θεράποντος ψυχιάτρου.2 3 Οι κύριοι άξονες αντιμετώπισης είναι η φαρμακοθεραπεία, η ψυχοθεραπεία και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ο συνδυασμός τους.
Σε ορισμένους ανθρώπους με εποχικό μοτίβο συμπτωμάτων, η φωτοθεραπεία μπορεί να εξεταστεί ως μέρος του συνολικού θεραπευτικού σχεδίου. Παράλληλα, η υποστήριξη, η ψυχοεκπαίδευση, η σωματική άσκηση, η φροντίδα του ύπνου, η μείωση της χρήσης ουσιών και η διακοπή του καπνίσματος μπορούν να ενισχύσουν τη συνολική ψυχική και σωματική υγεία, χωρίς να υποκαθιστούν την αναγκαία κλινική θεραπεία όταν αυτή απαιτείται.
Αντικαταθλιπτικά φάρμακα
Η έναρξη, η τροποποίηση ή η διακοπή αντικαταθλιπτικής αγωγής πρέπει να γίνεται μόνο μετά από ψυχιατρική αξιολόγηση. Η αναφορά που ακολουθεί είναι ενημερωτική και δεν αποτελεί οδηγία αυτοθεραπείας ή σύσταση συγκεκριμένου φαρμάκου.
Συνήθως απαιτούνται δύο έως τέσσερις εβδομάδες για να αρχίσει να φαίνεται η κλινική δράση πολλών αντικαταθλιπτικών, ενώ η πληρέστερη αξιολόγηση της ανταπόκρισης χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Η επιλογή φαρμάκου βασίζεται στο ιστορικό του ατόμου, στις παρενέργειες, στις συνυπάρχουσες παθήσεις, στις πιθανές αλληλεπιδράσεις και στην προηγούμενη ανταπόκριση.
1. SSRI: Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης αποτελούν συχνή θεραπευτική επιλογή. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν ενδεικτικά η φλουοξετίνη, η σερτραλίνη, η παροξετίνη, η σιταλοπράμη, η εσιταλοπράμη και η φλουβοξαμίνη.
2. SNRI: Οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης περιλαμβάνουν ενδεικτικά τη βενλαφαξίνη και τη ντουλοξετίνη.
3. Βουπροπιόνη: Πρόκειται για φάρμακο με διαφορετικό μηχανισμό δράσης, που επηρεάζει κυρίως τη νορεπινεφρίνη και τη ντοπαμίνη.
4. Μιρταζαπίνη: Αποτελεί εναλλακτική επιλογή σε ορισμένες περιπτώσεις και δρα μέσω διαφορετικών υποδοχικών μηχανισμών.
5. Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά: Είναι παλαιότερη κατηγορία φαρμάκων με πιθανότητα περισσότερων παρενεργειών και ειδικές κλινικές ενδείξεις.
6. MAOI: Σήμερα χρησιμοποιούνται σπανιότερα, επειδή απαιτούν αυξημένη προσοχή ως προς τις αλληλεπιδράσεις και τους διατροφικούς περιορισμούς.
7. Ενισχυτικές στρατηγικές: Σε ορισμένες ανθεκτικές περιπτώσεις μπορεί να εξεταστούν από ψυχίατρο πρόσθετες φαρμακευτικές επιλογές ή συνδυασμοί, πάντα μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση ωφελειών, κινδύνων και αλληλεπιδράσεων.
Κατά την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής απαιτείται στενή παρακολούθηση, επειδή σε ορισμένους ανθρώπους η ενέργεια και η κινητοποίηση μπορεί να βελτιωθούν πριν από τη διάθεση. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η παρακολούθηση του αυτοκτονικού κινδύνου είναι ιδιαίτερα σημαντική στις πρώτες φάσεις της θεραπείας.
Παρακολούθηση και παρενέργειες
Τα αντικαταθλιπτικά, όπως όλα τα φάρμακα, μπορεί να προκαλέσουν παρενέργειες. Η μορφή και η βαρύτητά τους διαφέρουν σημαντικά από άτομο σε άτομο, ενώ αρκετές ανεπιθύμητες ενέργειες μειώνονται με τον χρόνο ή αντιμετωπίζονται με κλινική αναπροσαρμογή της αγωγής.
Η αξιολόγηση παρενεργειών δεν πρέπει να γίνεται με αυθαίρετη διακοπή της αγωγής. Οποιαδήποτε αλλαγή στη δοσολογία ή στο φάρμακο χρειάζεται συνεννόηση με τον θεράποντα ψυχίατρο.
Ψυχοθεραπεία
Υπάρχουν πολλές μορφές ψυχοθεραπείας που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης, όπως η γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία, η συστημική ψυχοθεραπεία και άλλες τεκμηριωμένες προσεγγίσεις. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι η ήπια προς μέτρια κατάθλιψη συχνά ανταποκρίνεται ικανοποιητικά σε παρεμβάσεις βασισμένες αποκλειστικά στην ψυχοθεραπεία, ενώ στις σοβαρότερες περιπτώσεις ο συνδυασμός ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής μπορεί να είναι κλινικά καταλληλότερος.
Η ψυχοθεραπεία στοχεύει στην επεξεργασία ψυχικού φορτίου, στην κατανόηση αρνητικών μοτίβων σκέψης, στη βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων και στην προσαρμογή δυσλειτουργικών συμπεριφορών. Η επιλογή θεραπευτικής προσέγγισης γίνεται με βάση τις ανάγκες, το ιστορικό και τους θεραπευτικούς στόχους του κάθε ανθρώπου.
Στην καθημερινή κλινική πρακτική ωστόσο, διαπιστώνεται πως ανεξαρτήτως της θεραπευτικής μεθόδου που θα επιλεγεί, η δημιουργία μιας σταθερής, ειλικρινούς και ασφαλούς θεραπευτικής συμμαχίας μεταξύ θεραπευόμενου και ψυχιάτρου-ψυχοθεραπευτή αποτελεί τον πιο καθοριστικό παράγοντα για την ουσιαστική βελτίωση.
Η διαχείριση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής
Το πρώτο βήμα είναι η σωστή διάγνωση από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας. Η κατάθλιψη μπορεί να τεθεί υπό διαχείριση μέσω εξατομικευμένων σχημάτων που περιλαμβάνουν αντικαταθλιπτική αγωγή, ψυχοθεραπεία ή συνδυασμό αυτών.
Η ψυχοθεραπεία στοχεύει στην επεξεργασία ψυχικού πόνου, στην κατανόηση του τρόπου σκέψης και στη σταδιακή τροποποίηση μοτίβων συμπεριφοράς που συντηρούν τη δυσφορία. Για μέτρια έως σοβαρή κατάθλιψη, ο συνδυασμός ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής μπορεί, σε αρκετές περιπτώσεις, να αποτελεί κατάλληλη θεραπευτική επιλογή μετά από ψυχιατρική εκτίμηση.
Συμπληρωματικά, ορισμένες μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις και αλλαγές τρόπου ζωής μπορούν να υποστηρίξουν τη συνολική φροντίδα, αλλά δεν αντικαθιστούν την κλινική αξιολόγηση ούτε την εξατομικευμένη θεραπεία όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για αυτήν.
Βιβλιογραφία
- 1.Otte, C., et al. (2016). Major depressive disorder. Nature Reviews Disease Primers, 2, Not available, Article 16065. [link]
- 2.Cipriani, A., et al. (2018). Comparative efficacy and acceptability of 21 antidepressant drugs for the acute treatment of adults with major depressive disorder: A systematic review and network meta-analysis. The Lancet, 391(10128), 1357-1366. [link]
- 3.Consensus reference: National Institute for Health and Care Excellence. Depression in adults: treatment and management (NG222). [link]

