Συμπτώματα κλινικής κατάθλιψης

κατάθλιψη, κλινική κατάθλιψη, συμπτώματα κατάθλιψης, βιολογία της κατάθλιψης, νευροδιαβιβαστές

Κλινική Κατάθλιψη

Ένας καλά εκπαιδευμένος ψυχίατρος μπορεί να διαγνώσει την κατάθλιψη, υπάρχουν όμως και κάποια προειδοποιητικά σημάδια που μπορούν να σας βοηθήσουν να αναγνωρίσετε αν εσείς ή κάποιος που νοιάζεστε ίσως να έχει κατάθλιψη.

Η κατάθλιψη έχει διαφορετικά συμπτώματα σε διαφορετικούς ανθρώπους. Ενώ ένα άτομο μπορεί να μην νιώθει καλά να σηκωθεί από το κρεβάτι λόγω της κατάθλιψης, κάποιο άλλο μπορεί να δουλεύει κάθε μέρα χωρίς συνεργάτες και να παρατηρεί ότι έχει κατάθλιψη.

Μερικές φορές, τα συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της κατάθλιψης δεν είναι στην πραγματικότητα κατάθλιψη. Η κατάχρηση ουσιών, τα ιατρικά προβλήματα, οι παρενέργειες της φαρμακευτικής αγωγής, ή άλλες ψυχικές διαταραχές ίσως να προκαλούν συμπτώματα που να μοιάζουν με αυτά της κατάθλιψης.

Τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5 αναγνωρίζουν επτά διαφορετικούς τύπους καταθλιπτικών διαταραχών. Οι δύο πιο κοινοί τύποι περιλαμβάνουν την μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και τη χρόνια καταθλιπτική διαταραχή (δυσθυμία).

Τα καλά νέα είναι ότι η κατάθλιψη είναι θεραπεύσιμη. Αν αναγνωρίζετε τα παρακάτω σημάδια σε εσάς ή κάποιον άλλο που γνωρίζετε, καλό θα ήταν να ζητήσετε τη βοήθεια ενός ψυχιάτρου. Η φαρμακευτική αγωγή, η ψυχοθεραπεία ή ο συνδυασμός αυτών των δύο μπορεί να είναι ουσιαστικός στη μείωση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης.

Καταθλιπτική διάθεση

Η καταθλιπτική διάθεση παρατηρείται και στη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και στη χρόνια κατάθλιψη. Στη μείζονα κατάθλιψη, ένα άτομο νιώθει καταθλιπτικό για την περισσότερη ώρα της ημέρας, σχεδόν κάθε μέρα. Αντίθετα, τα παιδιά ή οι έφηβοι εμφανίζουν περισσότερο ευερεθιστότητα, παρά θλίψη.

Ένα άτομο με καταθλιπτική διάθεση ίσως να αναφέρει συναισθήματα θλίψης ή κενού, ή ίσως να κλαίει συχνά. Η χαμηλή διάθεση είναι ένα από τα δύο κύρια συμπτώματα που χρησιμοποιούνται στη διάγνωση της κατάθλιψης.

Οι άνθρωποι με χρόνια κατάθλιψη έχουν καταθλιπτική διάθεση τις περισσότερες μέρες για τουλάχιστον δύο χρόνια. Τα παιδιά ίσως να είναι πιο νευρικά από ότι καταθλιπτικά και σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια, πρέπει να νιώθουν έτσι για τις περισσότερες μέρες για τουλάχιστον ένα χρόνο για να τεθεί η διάγνωση. Η χρόνια κατάθλιψη είναι λιγότερο σοβαρή από την έντονη μείζονα κατάθλιψη, αλλά θα μπορούσε να παρουσιάζει συμπτώματα της μείζονος κατάθλιψης, όταν η χρόνια κατάθλιψη διαρκεί για περισσότερο από δύο χρόνια.

Έλλειψη ενδιαφερόντων ή ευχαρίστησης

Το δεύτερο κύριο σύμπτωμα της μείζονος κατάθλιψης είναι το μειωμένο ενδιαφέρον ή η ευχαρίστηση για πράγματα που το άτομο πριν απολάμβανε. Ένα άτομο που εκδηλώνει αυτό το σύμπτωμα εμφανίζει ανηδονία, σημαντικά μειωμένο ενδιαφέρον ή ευχαρίστηση για όλες ή σχεδόν όλες, τις καθημερινές δραστηριότητες.

Αλλαγές στην όρεξη

Οι σημαντικές αλλαγές στο βάρος (η απώλεια ή η αύξηση του βάρους κατά 5% ή περισσότερο σε ένα μήνα) χωρίς όμως κάποιος να προσπαθεί να πάρει ή να χάσει βάρος, ίσως να είναι ένδειξη της μείζονος κατάθλιψης. Στα παιδιά, αυτό μπορεί να εμφανιστεί ως αποτυχία για να αυξήσουν το βάρος τους.

Η χρόνια κατάθλιψη ίσως να περιλαμβάνει μειωμένη όρεξη ή υπερφαγία, αλλά δεν είναι στον ίδιο βαθμό όπως στην μείζονα κατάθλιψη.

Διαταραχές ύπνου

Οι διαταραχές ύπνου περιλαμβάνουν δυσκολία στο να αποκοιμηθεί κάποιος, να παραμείνει κοιμισμένος, να νιώθει κόπωση ενώ έχει κοιμηθεί όλη τη νύχτα, ή να έχει υπνηλία μέσα στην ημέρα, και αυτά μπορεί να αποτελέσουν ένδειξη μείζονος κατάθλιψης ή χρόνιας κατάθλιψης.

Ψυχοκινητική διέγερση ή καθυστέρηση

Η διέγερση, η ανησυχία ή ο λήθαργος επηρεάζουν την καθημερινή ρουτίνα ενός ατόμου, την συμπεριφορά του ή την εμφάνιση του και είναι συμπτώματα μείζονος κατάθλιψης. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να είναι προφανή στις κινήσεις του σώματος, στην ομιλία, και στο χρόνο αντίδρασης και να είναι παρατηρήσιμα από τους άλλους.

Κόπωση

Η απώλεια ενέργειας και το χρόνιο αίσθημα κόπωσης μπορεί να είναι συμπτώματα και της μείζονος κατάθλιψης και της χρόνιας κατάθλιψης. Η αίσθηση της κόπωσης για την περισσότερη ώρα της ημέρας μπορεί να παρεμβαίνει στη φυσιολογική λειτουργικότητα του ατόμου.

Αίσθημα αναξιότητας ή ενοχές

Οι υπερβολικές, αναίτιες ενοχές και τα συναισθήματα αναξιότητας είναι συχνά συμπτώματα της μείζονος κατάθλιψης. Τα συναισθήματα των ενοχών μπορεί να είναι τόσο σοβαρά που να γίνονται παραπλανητικά.

Δυσκολία στη συγκέντρωση

Και η μείζονα κατάθλιψη και η χρόνια κατάθλιψη παρουσιάζουν δυσκολία στη συγκέντρωση και στη λήψη αποφάσεων. Τα άτομα με κατάθλιψη ίσως να αναγνωρίζουν αυτή τη δυσκολία ή άλλοι γύρω τους να την παρατηρούν, και δυσκολεύονται να σκεφτούν καθαρά.

Αυτοκτονικός ιδεασμός

Οι επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου συνδέονται με τη μείζονα κατάθλιψη. Ένα άτομο με μείζονα κατάθλιψη ίσως να σκέφτεται την αυτοκτονία, να κάνει απόπειρες αυτοκτονίας ή να δημιουργεί συγκεκριμένο πλάνο για να τερματίσει τη ζωή του.

Βιοχημεία της κατάθλιψης

Έχουν γίνει πάρα πολλές μελέτες για να βρεθούν οι αιτίες της κατάθλιψης. Η κατάθλιψη οφείλεται σε πολλαπλούς βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες.

Ίσως να έχετε ακούσει ότι η κατάθλιψη είναι το αποτέλεσμα μιας απλής ανισορροπίας των χημικών ουσιών του εγκεφάλου. Αν και οι χημικές ουσίες του εγκεφάλου παίζουν σημαντικό ρόλο, αυτή η εξήγηση είναι πολύ απλουστευμένη. Ακόμη και αν σκεφτείτε τη βιολογική διάσταση της κατάθλιψης, ο εγκέφαλος έχει πολλαπλά επίπεδα πολυπλοκότητας.

Νευροδιαβιβαστές

Ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί πολυάριθμες χημικές ουσίες ως διαβιβαστές για να επικοινωνεί με τα άλλα τμήματά του και με το νευρικό σύστημα. Αυτοί οι χημικοί διαβιβαστές, αποκαλούνται νευροδιαβιβαστές, απελευθερώνονται και προσλαμβάνονται από τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου, τα οποία ονομάζονται νευρώνες. Οι νευρώνες επικοινωνούν συνεχώς μεταξύ τους ανταλλάζοντας νευροδιαβιβαστές. Αυτό το σύστημα επικοινωνίας είναι ουσιαστικό για όλες τις λειτουργίες του εγκεφάλου.

Οι νευρώνες συνδέονται μεταξύ τους μέσω των συνάψεων. Ένα απλό παράδειγμα, ένας νευρώνας (ο αποστολέας) στέλνει ένα μήνυμα μέσω νευροδιαβιβαστών μέσω της σύναψης και ο επόμενος νευρώνας (ο παραλήπτης) λαμβάνει το μήνυμα μέσω υποδοχέων που είναι ενσωματωμένοι στην επιφάνεια. Οι υποδοχείς είναι μικρά μόρια που λειτουργούν όπως η κλειδαριά της πόρτας. Οι υποδοχείς έχουν  συγκεκριμένο σχήμα, το οποίο ταιριάζει τέλεια στο σχήμα των μορίων του νευροδιαβιβαστή που φτάνει στη συναπτικό άκρο. Όταν ο υποδοχές και ο νευροδιαβιβαστής έρθουν σε επαφή μεταξύ τους, ο νευροδιαβιβαστής συνδέεται με τον υποδοχέα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ο υποδοχές να ενεργοποιείται ή να ανοίγει, όπως όταν το κλειδί ταιριάζει στην κλειδαριά και ανοίγει η πόρτα. Όταν δεν υπάρχουν μόρια των νευροδιαβιβαστών που να ταιριάζουν με τους υποδοχείς, οι υποδοχείς παραμένουν σε ανενεργή κατάσταση ή κλειστοί.

Θα χρησιμοποιήσουμε ένα παραλληλισμό για να εξηγήσουμε κάποιες βασικές ιδέες. Στη μουσική, δεν είναι μονάχα οι νότες που κάνουν τη μελωδία, είναι επίσης και τα διαστήματα ανάμεσα στις νότες που κάνουν την κάθε μία να ξεχωρίζει. Είναι ακριβώς το ίδιο με τους νευροδιαβιβαστές και τις συνάψεις. Χρειάζεται χρόνος ανάμεσα στα μηνύματα των νευροδιαβιβαστών ώστε αυτά να έχουν κάποιο νόημα. Είναι πολύ σημαντικό να επιτραπεί στους υποδοχείς να απενεργοποιηθούν και να επανέλθουν μεταξύ των μηνυμάτων ώστε να είναι έτοιμοι να λάβουν την επόμενη έκρηξη των νευροδιαβιβαστών. Για να μπορέσουν να επιτύχουν οι υποδοχείς την ʺεπαναφοράʺ, οι υποδοχείς χαλαρώνουν και απελευθερώνουν τους δεσμευμένους νευροδιαβιβαστές πίσω στη σύναψη, όπου το 90% από αυτούς χρησιμοποιείται ξανά (σε μια διαδικασία που καλείται επαναπρόσληψη) από τον αρχικό νευρώνα. Οι νευροδιαβιβαστές στη συνέχεια συσσωρεύονται και επαναχρησιμοποιούνται την επόμενη φορά που θα πρέπει να σταλεί ένα μήνυμα προς τη σύναψη. Ακόμη και αν η διαδικασία αυτή μοιάζει περίπλοκη , ολόκληρη η διαδικασία μεταβίβασης πληροφοριών στον εγκέφαλο γίνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Οποιοδήποτε πρόβλημα παρεμβαίνει στην ομαλή λειτουργία αυτών των αλυσιδωτών χημικών γεγονότων μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα.

Η κατάθλιψη έχει συνδεθεί με προβλήματα ή ανισορροπα στον εγκέφαλο όσον αφορά τους νευροδιαβιβαστές σεροτονίνη, νορεπινεφρίνη και ντοπαμίνη. Τα δεδομένα που υπάρχουν είναι έμμεσα επειδή είναι πολύ δύσκολο να μετρηθούν στην πραγματικότητα τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή (που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των συμπτωμάτων της κατάθλιψης) δρα σε αυτούς τους συγκεκριμένους νευροδιαβιβαστές και στους υποδοχείς τους.

Ο νευροδιαβιβαστής σεροτονίνη εμπλέκεται στη ρύθμιση πολλών σημαντικών φυσιολογικών (σωματικών) λειτουργιών, όπως ο ύπνος, η  επιθετικότητα, η όρεξη, η σεξουαλική συμπεριφορά και η διάθεση. Η σεροτονίνη παράγεται από τους σεροτονινεργικούς νευρώνες. Οι μελέτες δείχνουν ότι η μείωση στην παραγωγή της σεροτονίνης από αυτούς τους νευρώνες μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη σε κάποιους ανθρώπους, και πιο συγκεκριμένα, μια κατάσταση διάθεσης που μπορεί να προκαλέσει σε κάποιους ανθρώπους αυτοκτονικές σκέψεις.

Το 1960, η ʺυπόθεση της κατεχολαμίνηςʺ ήταν μια δημοφιλής εξήγηση για την εμφάνιση της κατάθλιψης. Αυτή η υπόθεση υποστήριζε ότι η ανεπάρκεια του νευροδιαβιβαστή νορεπινεφρίνη (επίσης γνωστό ως νοραδρεναλίνη) σε κύριες περιοχές του εγκεφάλου ήταν υπεύθυνη για την εμφάνιση της καταθλιπτικής διάθεσης. Πιο πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι πράγματι υπήρχε μια υποομάδα ανθρώπων με κατάθλιψη που είχαν χαμηλά επίπεδα νορεπινεφρίνης. Για παράδειγμα, οι μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έχουν βιώσει πολλαπλά καταθλιπτικά επεισόδια έχουν λιγότερους νορεπινεφρινεργικούς νευρώνες από ότι οι άνθρωποι που δεν είχαν ιστορικό κατάθλιψης. Βέβαια, τα αποτελέσματα των μελετών επίσης έδειξαν ότι όλοι οι άνθρωποι δεν βιώνουν αλλαγές στη διάθεση λόγω μείωσης των επιπέδων της νορεπινεφρίνης. Μερικοί άνθρωποι που έχουν κατάθλιψη στην πραγματικότητα έχουν μια υπεδραστηριότητα στους νευρώνες που παράγουν τη νορεπινεφρίνη. Πιο πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι σε κάποιους ανθρώπους , τα χαμηλά επίπεδα της σεροτονίνης προκαλούν πτώση στα επίπεδα της νορεπινεφρίνης, η οποία οδηγεί στην κατάθλιψη.

Μια άλλη σειρά μελετών έγινε για να μελετηθούν οι συνδέσεις μεταξύ του άγχους, της κατάθλιψης και της νορεπινεφρίνης. Η νορεπινεφρίνη βοηθά το σώμα μας να αναγνωρίζει και να ανταποκρίνεται σε δύσκολες καταστάσεις. Οι ερευνητές προτείνουν ότι οι άνθρωποι που είναι ευάλωτοι στην κατάθλιψη ίσως να έχουν ένα νορεπινεφρινεργικό σύστημα που δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις επιδράσεις του έντονου στρες.

Ο νευροδιαβιβαστής ντοπαμίνη επίσης συνδέεται με την κατάθλιψη. Η ντοπαμίνη παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της επιθυμίας μας για επιβεβαίωση, όπως και την ικανότητά μας να νιώθουμε ευχαρίστηση. Τα χαμηλά επίπεδα ντοπαμίνης ίσως να παίζουν ρόλο στην εξήγηση γιατί οι άνθρωποι με κατάθλιψη δεν απολαμβάνουν το ίδιο τις δραστηριότητες ή τους ανθρώπους που πριν ευχαριστιόντουσαν.

Πρόσφατα, ένας άλλος νευροδιαβιβαστής, το γλουταμικό οξύ, έχει δειχθεί ότι εμπλέκεται στην κατάθλιψη, αλλά απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να διευκρινιστεί με σαφήνεια ο ρόλος του.

c289

Σχετικά άρθρα

ΚΑΝΕ ΤΟ ΤΕΣΤ