Η μεταβίβαση στην ψυχοθεραπεία


Τι είναι η μεταβίβαση;

Βαθιά στο ασυνείδητό μας όπου δεν υπάρχει χρόνος, η μεταβίβαση ενεργοποιείται όταν υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Το ήδη κωδικοποιημένο και καλά κρυμμένο υλικό, το υλικό του ασυνείδητου προωθείται στο συνειδητό καθώς προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τον ψυχολογικό πόνο που κουβαλάμε. Με τη ʺβοήθειαʺ της λειτουργίας του εγκεφάλου, ασυνείδητα επανεμφανίζονται οι εμπειρίες σύγκρουσης, σαν το παρελθόν να διαδραματίζεται στο παρόν. Μεταφέρουμε σκέψεις και συναισθήματα για ανθρώπους από το παρελθόν μας, σε πρόσωπα (ή συμπεριφορές) που τους μοιάζουν στο παρόν. Σε πρόσωπα του «σήμερα» αναθέτουμε ρόλους που έχουν παιχτεί από άλλους στο «χτες», στο παρελθόν, ενώ εμείς οι ίδιοι αναλαμβάνουμε τους παλιούς δικούς μας ρόλους. Όλα αυτά συμβαίνουν ασυνείδητα. Η μεταβίβαση είναι η ασυνείδητη τάση ενός ατόμου να μεταφέρει στους άλλους στο παρόν εκείνα τα συναισθήματα και τις στάσεις που αρχικά συνδέθηκαν με σημαντικά πρόσωπα της πρώιμης παιδικής ηλικίας του (γονείς, αδέλφια κ.λ.π.). Είναι μια θεμελιώδης διεργασία στην  ψυχοθεραπεία, στην οποία ο θεραπευόμενος συνήθως ασυνείδητα ταυτίζει το θεραπευτή με ένα γονιό ή ένα άλλο πρόσωπο (δασκάλους, παππούδες, αδέρφια, θείους, κλπ).

Γιατί το κάνουμε αυτό; Επειδή είμαστε προγραμματισμένοι να υποθέτουμε ότι αν επαναφέρουμε τις συγκρούσεις, υπάρχει πιθανότητα να επιλυθούν τα τραυματικά βιώματα που κουβαλάμε. Βαθιά μέσα μας πιστεύουμε πως θα νιώσουμε καλύτερα όταν μια νέα εμπειρία δράσει επανορθωτικά στις αναμνήσεις ενός γεγονότος του παρελθόντος. Για παράδειγμα, ως ενήλικες, αναθέτουμε το ρόλο του γονέα στο σύντροφο ή στον ψυχοθεραπευτή μας. Καθόμαστε και παρακολουθούμε, με ασυνείδητη αυτοπεποίθηση ότι θα είναι καλύτεροι γονείς από ότι ο μπαμπάς ή η μαμά μας στην παιδική μας ηλικία. Και ίσως αυτό να το πετύχουν σε μεγάλο βαθμό, αλλά αναπόφευκτα δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε όλες τις παιδικές προσδοκίες μας. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε τον πόνο μας με την ευεξία στο επίπεδο που επιθυμούμε.

Ακόμη πονάμε. Έχουμε μάθει να αγνοούμε όσα λένε οι επιστήμονες για σχεδόν έναν αιώνα: προκειμένου να επιλυθούν οι συγκρούσεις, πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε κατάματα, να βιώσουμε και να επεξεργαστούμε τον πόνο που κουβαλούμε, και να μάθουμε τρόπους που θα μας διασφαλίσουν ότι δεν θα συμβούν ξανά. Εάν δεν υπολογίσουμε τις ψυχολογικές δυνάμεις που διαιωνίζουν τον καταναγκασμό μας και απλά επαναλαμβάνουμε το παρελθόν, κάνουμε τα πράγματα χειρότερα. Θα πληγωθούμε ξανά καθώς οδηγούμαστε στα όρια μας μέσω της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης.

Η μη ρεαλιστική στάση των θεραπευόμενων

Συχνά οι θεραπευόμενοι έχουν ορισμένες μη ρεαλιστικές απαιτήσεις από την ψυχοθεραπεία, απαιτήσεις οι οποίες διαμορφώθηκαν από προηγούμενες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.

1. Η πρώτη μη ρεαλιστική στάση είναι ότι η ψυχοθεραπεία είναι κάποιο είδος μαγικής λύσης. Οι θεραπευόμενοι ασυνείδητα επαναλαμβάνουν ένα ανώριμο, παιδικό (πρώιμο αναπτυξιακά) στάδιο στο οποίο οι άλλοι θα πρέπει να ανταποκριθούν άμεσα στο σύνολο των αναγκών τους. Εκείνοι θα αποκαλύψουν τα προβλήματά τους και ο ψυχοθεραπευτής θα ακούσει προσεκτικά και θα δώσει συμβουλές. Θα νιώσουν καλύτερα επειδή θα ακολουθήσουν αυτές τις συμβουλές. Ή αντίθετα, θα θέλουν να ακυρώσουν το θεραπευτή και δεν θα τις ακολουθούν.

2. Δεύτερον έχουν μη ρεαλιστικές προσδοκίες από το θεραπευτή. Ο θεραπευτής νοιάζεται βεβαίως, ωστόσο είναι μια επαγγελματική-θεραπευτική επανορθωτική σχέση, και όχι η (υπερβατική) σχέση γονιού-παιδιού (παρόλο που αναβιώνονται συναισθήματα αυτής της σχέσης). Το πρόβλημα δημιουργείται όταν οι θεραπευόμενοι δεν μπορούν να διακρίνουν τις διαφορές του «τότε» και του «τώρα», τη διαφορά των σχέσεων και των ρόλων. Αυτό τους κάνει να νιώθουν ότι ο θεραπευτής δεν νοιάζεται (δεν απάντησε στο τηλέφωνο, στο email, δεν πήρε ο ίδιος να ρωτήσει τι κάνει, κα).

3. Η τρίτη μη ρεαλιστική στάση είναι ότι τα προσωπικά προβλήματα προέρχονται πάντα και αποκλειστικά από τη στάση και τις συμπεριφορές των άλλων, όχι από τη στάση του θεραπευόμενου. Οι θεραπευόμενοι αισθάνονται ότι έχουν το δικαίωμα να ξαναζήσουν ένα αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο είναι ʺτο κέντρο του κόσμουʺ και οι άλλοι πρέπει να κινούνται γύρω τους. Ελπίζουν πως ο ψυχοθεραπευτής θα τους βοηθήσει να καταλάβουν πως θα κάνουν τους άλλους να φέρονται διαφορετικά, χωρίς οι ίδιοι να χρειάζεται να αλλάξουν, ή χωρίς να αναλαμβάνουν την ευθύνη της ζωής τους.

4. Η τέταρτη μη ρεαλιστική στάση είναι ότι η πρόοδος με την ψυχοθεραπεία πρέπει να έρθει γρήγορα και (κατά προτίμηση) χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Στη σημερινή εποχή όπου ζούμε σε ένα γρήγορο και αυτοματοποιημένο κόσμο, οι θεραπευόμενοι θέλουν να παίρνουν αυτό που επιθυμούν χωρίς προσπάθεια. Δεν έχει σημασία αν το πρόβλημα είναι χρόνιο ή σοβαρό, οι περισσότεροι περιμένουν να βρουν λύσεις αστραπιαία, και αν δεν συμβεί αυτό, νιώθουν απογοήτευση. Έτσι λοιπόν προβλήματα δεκαετιών ή μιας ζωής, περιμένουν να λυθούν σε λίγους μήνες.

Η πραγματικότητα

Σαν συνέπεια όλων αυτών των μη ρεαλιστικών στάσεων, οι ψυχοθεραπευτές προσπαθούν γρήγορα να βοηθήσουν τους θεραπευόμενους να κατανοήσουν ορισμένους παράγοντες που σχετίζονται με την μεταβίβαση, και συνεπώς με την επιτυχημένη ψυχοθεραπευτική δουλειά.

Πρώτα από όλα, η ψυχοθεραπεία είναι κυρίως βιωματική και σχεσιακή. Είναι ένα πολύπλοκο και δυναμικό ʺδράμαʺ κατά τη διάρκεια του οποίου ο θεραπευόμενος και ο ψυχοθεραπευτής ανταλλάσσουν λεκτικά και μη λεκτικά μηνύματα και παίζουν διάφορους ρόλους. Η ψυχοθεραπεία είναι μια σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων που έχουν βιώσει διαφορετικές προσωπικές και διαπροσωπικές ιστορίες, τις εκφράζουν και χρησιμοποιούν τα συναισθήματά τους, καθώς δουλεύουν για να επιτύχουν αμοιβαία αποδεκτούς στόχους για τον θεραπευόμενο. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να έχει «μαγικές» στιγμές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι «μαγική».

Δεύτερον, αν και τα περισσότερα προβλήματα είναι προσωπικά σε ένα βαθμό, είναι και διαπροσωπικά, και απαιτούν λύσεις που να είναι αποτελεσματικές και στα δύο επίπεδα. Οι θεραπευόμενοι πρέπει να αναγνωρίζουν τι κάνουν, και τι έχουν κάνει στο παρελθόν.

Τρίτον, ακόμα και οι μικρές αλλαγές, δεν είναι γρήγορες, ούτε λαμβάνουν μέρος χωρίς προσπάθεια. Απαιτείται ειλικρίνεια, ενέργεια και εξάσκηση. Απαιτείται σκληρή δουλειά ώστε οι νέες συνήθειες να αντικαταστήσουν τις παλιές για να σταματήσει να επαναλαμβάνεται το παρελθόν στο παρόν.

Το φαινόμενο της μεταβίβασης

Όλοι μας βιώνουμε φαινόμενα μεταβίβασης. Είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο που συμβαίνει σε πολλές καταστάσεις στη ζωή, με πολλά πρόσωπα. Ξαναζούμε το παρελθόν στο παρόν με τρόπο ασύμβατο για το παρόν. Μπερδεύουμε ή παρερμηνεύουμε το παρόν με βάση το παρελθόν.

Ασυνείδητα στέλνουμε ʺμηνύματαʺ για να προσελκύσουμε ανθρώπους στη ζωή μας που έχουν ομοιότητες με σημαντικά πρόσωπα από το παρελθόν μας. Επιβάλλουμε στον εαυτό μας ότι θα συμβεί το ίδιο με το παρελθόν, επειδή το αρχικό γεγονός περιλαμβάνει μια ανεπίλυτη σύγκρουση. Αντικαθιστούμε ασυνείδητα όσα εξακολουθούν να δικαιολογούν την προσοχή μας επειδή μας ενοχλούν.

Ορισμός της μεταβίβασης

Η περιγραφή του Φρόυντ για τη μεταβίβαση αποτελεί έναν πρωτότυπο κλασικό ορισμό: η μεταβίβαση είναι η ασυνείδητη μετατόπιση των συναισθημάτων, των σκέψεων, των στάσεων και των συμπεριφορών του θεραπευόμενου για ένα άτομο της πρώιμης παιδικής ηλικίας του, προς τον ψυχοθεραπευτή του. Σχεδόν πάντα αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν ανεπίλυτα θέματα που σχετίζονται με αυτά τα πρόσωπα. Αυτή η ασυνείδητη μετατόπιση καταστάσεων που έχουν καταπιεστεί και θαφτεί στο ασυνείδητο μυαλό εξυπηρετούν τον εξής σκοπό στους θεραπευόμενους ʺνέες εκδοχές των παλιών συγκρούσεων».

Με άλλα λόγια, η μεταβίβαση είναι η επανεμφάνιση στο ασυνείδητο μυαλό των θεραπευόμενων ενός γεγονότος της πρώιμης παιδικής ηλικίας τους, που το έχουν απομακρύνει στο ασυνείδητο επειδή τους προκαλεί έντονο συναισθηματικό πόνο. Έτσι, η μεταβίβαση είναι μια ασυνείδητη εκδήλωση της συγκρουσιακής επιθυμίας.

Σαν αποτέλεσμα, η μεταβίβαση δημιουργεί ανθεκτικότητα στην αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου ώστε να επιλυθούν οι συγκρούσεις που προκαλούν πόνο. Αν και το συνειδητό μυαλό λέει ότι οι συγκρούσεις του παρελθόντος είναι ανάγκη να επιλυθούν, το ασυνείδητο μυαλό βλέπει τη μεταβίβαση ως μια διαδικασία με την οποία μπορεί να αποφύγει την επίλυση των συγκρούσεων.

Η μεταβίβαση μπορεί να θεωρηθεί ως κατασκευή: ο θεραπευόμενος μετατοπίζει ανεπίλυτες συγκρουσιακές συμπεριφορές και συναισθήματα της πρώιμης παιδικής ηλικίας που έρχονται στην επιφάνεια σε απόκριση στον ψυχοθεραπευτή. Η μεταβίβαση αφορά σε εκτοπισμένες αναμνήσεις από συναισθηματικές και σωματικές καταστάσεις που σχετίζονται με τους σημαντικούς άλλος της πρώιμης παιδικής ηλικίας. Δηλαδή οι αναμνήσεις και εμπειρίες του θεραπευόμενου ανακαλούνται ασυνείδητα κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας και προβάλονται στον ψυχοθεραπευτή, χωρίς ο θεραπευόμενος να μπορεί να τις διαχωρίσει από ότι πραγματικά συμβαίνει στο «εδώ και τώρα», κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας με τον ψυχοθεραπευτή. Η μεταβίβαση είναι η εκδήλωση του ασυνείδητου, καθώς η μνήμη εισβάλλει στο συνειδητό εαυτό, και κάποιες φορές καταλαμβάνει πλήρως τη συνείδηση.

Η μεταβίβαση συνήθως συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα και/ή έντονα σωματικά συμπτώματα. Αυτό συμβαίνει επειδή τα ανεπίλυτα θέματα μετατοπίζονται.

Μεταβίβαση και προβολή 

Ως μορφή μετατόπισης, η μεταβίβαση περιλαμβάνει την προβολή κάποιων πτυχών από το παρελθόν του θεραπευόμενου στον ψυχοθεραπευτή. Για παράδειγμα, ο θεραπευόμενος μπορεί να μετατοπίζει το φόβο της επικριτικής μητέρας του στον ψυχοθεραπευτή, αποδίδοντας στον θεραπευτή του τη συνήθεια της μητέρας τους να τον επικρίνει. Ο θεραπευόμενος ασυνείδητα λέει, ʺΕίσαι σαν τη μαμά μου και όπως και αυτή, θα κρίνει ότι κάνωʺ.

Οι θεραπευόμενοι όταν κάνουν προβολή, δεν αναγνωρίζουν ως δικό τους ότι προβάλλεται. Γιατί τους μοιάζει ξένο. Νιώθουν να εντοπίζουν κάτι που δεν τους αρέσει, αλλά θεωρούν ότι δεν είναι δικό τους. Επικρίνουν λοιπόν τον ψυχοθεραπευτή τους για τις αρνητικές συνήθειες ή τις συμπεριφορές του, αγνοώντας το γεγονός ότι στην πραγματικότητα βρίσκουν κάτι λάθος στον εαυτό τους, και πως το προβάλλουν στον ψυχοθεραπευτή.

Η προβολή κατηγοριοποιείται ως αμυντικός μηχανισμός, που είναι σχεδόν πάντα δυσπροσαρμοστικός.

Η μεταβίβαση είναι ασυνείδητη

Η μεταβίβαση διαδραματίζεται ασυνείδητα. Αν και οι θεραπευόμενοι ίσως να γνωρίζουν θεωρητικώς πράγματα για την μεταβίβαση, δεν έχουν ουσιαστικά συνείδηση της σχέσης των όσων διαδραματίζονται στο σήμερα, με τα γεγονότα και τα πρόσωπα του παρελθόντος. Η μεταβίβαση των συναισθημάτων για τη μητέρα στον ψυχοθεραπευτή, για παράδειγμα, φαίνεται σαν ένα περιστατικό που συμβαίνει ακριβώς τώρα.

Η μεταβίβαση είναι μια ακούσια κατάσταση που μεταβιβάζει ασυνείδητο υλικό από τον θεραπευόμενο στον ψυχοθεραπευτή. Οι νευροεπιστήμονες εξηγούν ότι, το δεξί ημισφαίριο του θεραπευόμενου επικοινωνεί τις συναισθηματικές καταστάσεις με μη λεκτικούς τρόπους με το δεξί ημισφαίριο του ψυχοθεραπευτή. Οι ψυχοθεραπευτές λαμβάνουν το μήνυμα ενστικτωδώς και υποσυνείδητα ότι έχουν γίνει μητρική φιγούρα για τον θεραπευόμενο, για παράδειγμα, όταν οι θεραπευόμενοι νιώθουν απέναντί τους τα ίδια συναισθήματα που νιώθουν για την μητέρα τους. Οι ψυχοθεραπευτές ίσως αργότερα να ανακαλούν τη στάση ή τις χειρονομίες των θεραπευόμενων που λειτουργούν ως ερεθίσματα για να κατανοήσουν τη διαδικασία, αλλά προς στιγμήν δεν κατανοούν συνειδητά το ερέθισμα. Οι θεραπευόμενοι απλά και μυστηριωδώς στέλνουν μηνύματα που απλά γίνονται αντιληπτά.

Μια ασυνείδητη διαδικασία όπως η μεταβίβαση δεν είναι προσιτή στους θεραπευόμενους όπως άλλες ασυνείδητες διαδικασίες. Ενώ μπορεί να έχουν σωματικά συμπτώματα, φαντασιώσεις, όνειρα και άλλες εκδηλώσεις της μεταβίβασης, οι θεραπευόμενοι δεν μπορούν να συνδέσουν την αγωνία τους με το υλικό που μεταβιβάζεται. Σαν συνέπεια, προχωρούν σε ένα συνειδητό θέμα ή αποδίδουν την ανησυχία τους σε ένα φαινόμενο που συμβαίνει εδώ και τώρα. Οι θεραπευόμενοι που μεταβιβάζουν στους ψυχοθεραπευτές την επιθυμία που είχαν από τις πραγματικές τους μαμάδες, για παράδειγμα, ίσως να νιώθουν ζεστά και τρυφερά συναισθήματα. Μπορεί να θεωρήσουν άθελά τους τις στάσεις τους ενδεικτικές καθώς προβάλλουν το μητρικό ρόλο στον ψυχοθεραπευτή τους. Αλλά, αν προσπαθήσουν να βρουν μια εξήγηση απλά αποδίδουν όσα συμβαίνουν στον ψυχοθεραπευτή τους με μητρικούς τρόπους. Χωρίς βοήθεια, δεν μπορούν να επεξεργαστούν το υλικό που έχει μετατοπιστεί.

Η μεταβίβαση ως φαντασίωση

Οι θεραπευόμενοι δεν ελέγχουν τα φαινόμενα μεταβίβασης. Δεν χρησιμοποιούν το συνειδητό μυαλό για να διαχωρίσουν γεγονότα από την φαντασία. Όταν το συνειδητό μυαλό εμπλέκεται στις διαδικασίες, αγνοεί την ύπαρξη των φαινόμενων μεταβίβασης, τα αντιμετωπίζει ως μια ψευδαίσθηση που δεν αξίζει περαιτέρω προσοχής. Έτσι, η μεταβίβαση είναι μια μορφή ασυνείδητης φαντασίωσης που απαιτεί το συνειδητό έλεγχο προκειμένου να μην προκαλέσει ψυχικό τραυματισμό.

Δυστυχώς, το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου είναι όπου εξελίσσεται η μεταβίβαση, και σε γενικές γραμμές αποκλείει τις δραστηριότητες του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Η διαδικασία της μεταβίβασης περιλαμβάνει εσφαλμένες αντιλήψεις και εξαιρετικά απλουστευμένες γνώσεις που συνεργάζονται για να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα. Μία ή δύο ομοιότητες αναγνωρίζονται, ενώ πολλές από τις αποκλίσεις απορρίπτονται. Οι θεραπευόμενοι απλά φαντασιώνονται, για παράδειγμα, ότι ο ψυχοθεραπευτής είναι ένα άλλο πρόσωπο με το οποίο έχουν μια συγκρουσιακή σχέση. Δεν παίρνουν χρόνο για να αξιολογήσουν πότε αυτή η φαντασίωση ταιριάζει με την πραγματικότητα ή αν είναι δημιούργημα της φαντασίας τους.

Τελικά, σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό, η μεταβίβαση είναι απλώς μια επανάληψη των επιθυμιών, των συναισθημάτων, των φαντασιώσεων, των συμπεριφορών και των σωματικών αισθήσεων που έχουν σχέση με σημαντικούς άλλους της πρώιμης παιδικής ηλικίας, τα οποία στο σήμερα ασυνείδητα μετατοπίζονται προς τον ψυχοθεραπευτή. Η εμπειρία της μεταβίβασης για τον θεραπευόμενο περιγράφεται ως εξής: ʺΘέλω μια μαμά που να με αποδέχεται και αντιλαμβάνομαι έτσι τον ψυχοθεραπευτή. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά από την πραγματική μου μαμά. Σαν συνέπεια, νιώθω τα ίδια αρνητικά συναισθήματα προς αυτόν όπως και προς τη μητέρα μουʺ.

Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό της μεταβίβασης, η φαντασία που ξεκινά και διατηρεί την μεταβίβαση μπορεί να βρίσκει ομοιότητες ανάμεσα στον ψυχοθεραπευτή σας και το σημαντικό πρόσωπο στη ζωή σας. Ο θεραπευόμενος βιώνει την εμπειρία του «εδώ και τώρα» με τον ψυχοθεραπευτή και την εμπειρία στο «εκεί και τότε» με κάποιον, και ταυτίζει τις δύο εμπειρίες . Το παρελθόν ανακατασκευάζεται στο παρόν και ο θεραπευόμενος υποχωρεί σε ένα στάδιο της πρώιμης παιδικής ζωής του, παρατηρεί λεπτές ομοιότητες ανάμεσα στον ψυχοθεραπευτή και στην φιγούρα της πρώιμης παιδικής ηλικίας, και επιτρέπει σε αυτές τις ομοιότητες να κατευθύνουν την αντίληψή του. Έτσι, ο ψυχοθεραπευτής γίνεται ένα άτομο με το οποίο ο θεραπευόμενος είναι σε σύγκρουση.

Με άλλα λόγια, το παρελθόν προκαθορίζει το παρόν αυτών των θεραπευομένων που δεν μπορούν να βοηθηθούν αλλά αντιλαμβάνονται τις ιδέες, τα συναισθήματα και τις αισθήσεις ως απλά παρούσα πραγματικότητα. Η μεταβίβαση απλά συμβαίνει όταν υπάρχει κάτι στην εμπειρία του θεραπευόμενου με τον ψυχοθεραπευτή του, συνήθως συναισθηματικής, οπτικής και/ή ακουστικής φύσεως, που δρα σαν υπενθύμιση μιας παρόμοιας εμπειρίας του παρελθόντος που έχει καταγραφεί στη μνήμη του θεραπευόμενου. ʺΗ επικριτική μαμά μου είχε κοντά μαλλιά», ο θεραπευόμενος ανακαλεί σε ασυνείδητο επίπεδο, ʺΤο ίδιο έχει και ο ψυχοθεραπευτής μου. Ο ψυχοθεραπευτής μου μοιάζει με την επικριτική μαμά μουʺ.

Η μεταβίβαση έχει το δικό της κίνητρο, πρόκειται για ένα μοτίβο που προωθείται (από τον θεραπευόμενο) για να ασχοληθεί με συγκεκριμένες ομοιότητες-κριτικές, μια μνήμη-εκκίνηση ενός μοτίβου συμπεριφοράς. Καθοδηγείται από ένα ψυχαναγκασμό που ο Φρόιντ ονόμασε επαναλαμβανόμενο ψυχαναγκασμό.

Οι θεραπευόμενοι κάνουν εύκολα φαντασιακές-υποστηρικτικές συνδέσεις. Ελάχιστες ομοιότητες (όπως το χρώμα των ματιών και τα χαρακτηριστικά του προσώπου, οι χειρονομίες, ο τόνος της φωνής ή οι ομοιότητες στα ονόματα) γίνονται ʺπυρήνες της αλήθειαςʺ που επιτρέπουν στον θεραπευόμενο να ξαναζήσει όλη τη σχέση του με έναν άλλον άνθρωπο, ο οποίος είναι ακόμη σημαντικός σε ασυνείδητο επίπεδο. Ακόμα έχει την αίσθηση και την ατμόσφαιρα στην οποία συνέβη μια συνάντηση με το αρχικό άτομο.

Θετική και αρνητική μεταβίβαση

Ο Φρόιντ ανέφερε την μεταβίβαση είτε ως θετική όταν η έμφυτη σύγκρουση επισκιάζεται από ευχάριστα συναισθήματα, είτε ως αρνητική όταν κατακλύζεται από ενοχλητικά ή οδυνηρά συναισθήματα. Στην περίπτωση της θετικής μεταβίβασης, ο Φρόιντ πίστευε ότι οι θεραπευόμενοι μετατοπίζουν τις ανάγκες που είχαν από μια φιγούρα του παρελθόντος στον ψυχοθεραπευτή τους και ελπίζουν ότι αυτός θα καλύψει τις ανάγκες τους. Ένα υγιές κομμάτι του θεραπευόμενου ελπίζει να δημιουργήσει μια νέα εμπειρία διαφορετική από αυτή του παρελθόντος, όπως επίσης θέλει το παρόν να είναι καλύτερο από το παρελθόν.

Στην περίπτωση της αρνητικής μεταβίβασης, προβάλλονται τα αρνητικά συναισθήματα για ένα άτομο του παρελθόντος στον ψυχοθεραπευτή, και ο θεραπευόμενος φοβάται ότι ο ψυχοθεραπευτής θα συμπεριφερθεί όπως το άτομο στο παρελθόν του. Ένα κομμάτι του θεραπευόμενου επιθυμεί να επαναληφθούν όσα ξέρει, ακόμη και αν είναι επώδυνα, επειδή είναι οικεία και ασφαλή. Ο θεραπευόμενος προσπαθεί να διατηρήσει τα πράγματα όπως είναι.

Ο Φρόιντ συμβούλευε τους ψυχοθεραπευτές να αγνοούν την θετική μεταβίβαση ή να την θεωρούν πλεονέκτημα επειδή έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει στο σχηματισμό της θεραπευτικής συμμαχίας. Σε αντίθεση, οι ψυχοθεραπευτές που ερμηνεύουν την αρνητική μεταβίβαση επειδή είναι ευθύνη, αποδυνάμωσαν ή κατέστρεψαν τη θεραπευτική σχέση.

Με τον καιρό, οι ψυχοθεραπευτές διαπίστωσαν ότι η θετική μεταβίβαση θα μπορούσε να γίνει καταστροφική. Θα μπορούσε να ενισχύσει τη θεραπευτική σχέση χωρίς αντιπαραθέσεις και έτσι να αποφεύγετε η δύσκολη εργασία επίλυσης των συγκρούσεων. Έτσι οι ψυχοθεραπευτές ξεκίνησαν να υποστηρίζουν αυτή την ερμηνεία της θετικής μεταβίβασης αν ένιωθαν ότι παρεμβαίνει στη δουλειά που πρέπει να γίνει. Εξίσου σημαντικό, είναι ότι ξεκίνησαν να παρατηρούν ότι η αρνητική μεταβίβαση μπορεί να είναι μια θετική εμπειρία αν οι ψυχοθεραπευτές μπορούσαν να πληροφορήσουν τους θεραπευόμενους για την μεταβίβαση και έτσι να ξεκινήσει η σκληρή δουλειά της επίλυσης των συγκρούσεων.

Μεταβίβαση και συγκρούσεις  

Η μεταβίβαση υπάρχει παντού. Αν δεν έχουμε αντιμετωπίσει επαρκώς τις επώδυνες καταστάσεις και αναμνήσεις, ασυνείδητα μας παρακινούν να τα επαναβιώσουμε. Η μεταβίβαση προωθεί το συγκρουσιακό ασυνείδητο υλικό στη δυναμική της ψυχοθεραπείας. Αν οι ψυχοθεραπευτές αποτυγχάνουν να παρατηρήσουν τα φαινόμενα μεταβίβασης κατά τη διάρκεια των συνεδριών, δεν μπορούν να βοηθήσουν τους θεραπευόμενους να ξεπεράσουν τις προβληματικές τους σχέσεις και τις καταστάσεις εκτός ψυχοθεραπείας. Αντιθέτως, αν οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίσουν και αποκωδικοποιήσουν το ασυνείδητο υλικό που εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια των συνεδριών, η αντίληψη για όσα συμβαίνουν στην ψυχοθεραπεία θα βοηθήσει τον θεραπευόμενο να καταλάβει τα όσα συμβαίνουν ή έχουν συμβεί στη ζωή του. Ο θεραπευόμενος συνειδητοποιεί ότι μεταφέρει στη συνεδρία τις άλυτες συγκρούσεις, που αποτελούν τον πυρήνα των τωρινών προβλημάτων στη ζωή του. Με αυτή τη γνώση, μπορούν να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν διαφορετικά τα θέματα που τους απασχολούν.

Η έννοια της σύγκρουσης παραμένει κεντρική ιδέα στον κλασικό ορισμό της μεταβίβασης.  Η  μεταβίβαση των συγκρούσεων μπορεί να θεωρηθεί ως η ασυμβίβαστη συγκρουσιακή επιθυμία, έτσι ώστε η ικανοποίηση ενός τέτοιου κίνητρου να επηρεάζει αρνητικά το άλλο. Η ικανοποίηση των σεξουαλικών επιθυμιών, για παράδειγμα, μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με τις ηθικές αξίες ενός ατόμου.

Η  μεταβίβαση των συγκρούσεων μπορεί να αποτελεί μια σημαντική διαφορά ανάμεσα σε αυτά που έχει ανάγκη κάποιος ή επιθυμεί και σε αυτά που παίρνει. Ένα παιδί που χρειάζεται προστασία από τον γονέα, για παράδειγμα, και αντιθέτως είναι παραμελημένο , νιώθει αυτή τη σύγκρουση. Το παιδί δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με την ανάγκη του για προστασία με την παραμέληση που βιώνει, ʺΔεν πρέπει να χρειάζομαι προστασία; Ή δεν πρέπει να παίρνω την προστασία που χρειάζομαι;ʺ

Οι συγκρούσεις είναι αναμενόμενες ακόμη και από την πλευρά της νευροεπιστήμης επειδή οι επιθυμίες, οι ευχές και οι στόχοι είναι πιθανόν να επεξεργαστούν από σχετικά ανεξάρτητα νευρικά δίκτυα. Κάθε ημισφαίριο του εγκεφάλου σχηματίζει δύο ανεξάρτητες εικόνες του εαυτού,  μία αποθηκεύεται στο αριστερό και μία στο δεξί ημισφαίριο , και χρησιμοποιούνται ξανά και ξανά σε νέες καταστάσεις. Οι θεραπευόμενοι μπορεί να εύχονται για κάτι που βρίσκεται στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου ακόμη και όταν το αριστερό ημισφαίριο τους λέει ότι είναι παράλογο να έχουν αυτή την επιθυμία. Ομοίως, οι θεραπευόμενοι μπορούν να επιλέξουν να νιώσουν κάτι με οδυνηρό τρόπο ακόμη και αν δεν είναι επώδυνο. Για παράδειγμα, η διατήρηση της σχέσης με τον ένα γονέα, που θα ήταν σύμφωνη με το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου για το ποιος είναι στην οικογένεια, επιτρέπει στον θεραπευόμενο να συνεχίσει να νιώθει παραμέληση στα χέρια αυτού του γονέα, πράγμα που θα αποτελούσε παραβίαση της εικόνας του εαυτούς του στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου και επομένως δεν θέλει να υπομείνει την επώδυνη παραμέληση.

Οι θεραπευόμενοι δεσμεύονται στην μεταβίβαση για να επιλύσουν τις ακόλουθες συγκρούσεις, όχι με την αντιμετώπιση του συναισθηματικού πόνου που είναι εγγενής σε αυτό, αλλά καταπιέζοντας τις αναμνήσεις για αυτό ή μπλοκάροντας την συνείδηση μέσω της αποσύνδεσης. Ελπίζουν ότι θα σταματήσουν να κατανοούν ότι έχουν την επιθυμητή σχέση με ένα παραμελημένο γονέα, για παράδειγμα, ή ότι έχουν παραμεληθεί επειδή κρατούν αυτή τη σχέση με τον γονέα. Αυτή η καταστολή ή η αποσύνδεση, φυσικά,  θέτει τις βάσεις για το φαινόμενο της μεταβίβασης που συμβαίνει όταν νέες, παρόμοιες συνθήκες υπενθυμίζουν στον θεραπευόμενο  τις παλιές του επιθυμίες ή τις εμπειρίες του παρελθόντος. Όταν ο ψυχοθεραπευτής ακυρώνει μια συνεδρία λόγω ενός επείγοντος περιστατικού, για παράδειγμα, ο θεραπευόμενος ανακαλεί όλες τις στιγμές που παραμελήθηκε στο παρελθόν και έτσι νιώθει ότι ο ψυχοθεραπευτής τον παραμελεί.

Μεταβίβαση: ο ολιστικός ορισμός

Ο ολιστικός ορισμός της μεταβίβασης, που είναι πιο ευρύς από τον κλασικό ορισμό, στην ουσία διατυπώθηκε από τους ψυχοθεραπευτές μετά τον Φρόυντ που διαφωνούσαν σχετικά με το εάν η μεταβίβαση θα πρέπει να περιοριστεί στην εκτόπιση των φαινομένων του πρώιμου παρελθόντος. Θα πρέπει να βασίζεται σε μεταγενέστερες εμπειρίες, ακόμη και σε αυτές που συμβαίνουν στο παρόν έξω από τη θεραπεία; Θα μπορούσε να είναι διαπροσωπική εκτός από ενδοψυχική στην οποία συμμετέχει ο ψυχοθεραπευτής, συμβάλει σε αυτή ή ακόμη προκαλεί και τη δημιουργία της; Τελικά, αν η μεταβίβαση είναι πραγματικά χρήσιμο εργαλείο κατά τη διάρκεια της πραγματικής ψυχοθεραπείας, δεν πρέπει να περιλαμβάνει αυτές τις εμπειρίες και τις αλληλεπιδράσεις;

Για τους περισσότερους ψυχοθεραπευτές , περιλαμβανομένου του Φρόιντ, η ιδέα της μεταβίβασης τελικά απέκτησε μια πιο ευρεία έννοια που οδήγησε στον ολιστικό ορισμό. Η μεταβίβαση είναι η εκτόπιση ασυνείδητων συμπεριφορών, συναισθημάτων, αισθήσεων και σκέψεων του θεραπευόμενου για ένα άτομο, στο παρελθόν ή στο παρόν, στον ψυχοθεραπευτή σε μια προσπάθεια να επιλύσει τις συγκρούσεις.

Μεταβίβαση: μια αναπαράσταση

Σύμφωνα με τον ολιστικό ορισμό της μεταβίβασης, αυτή αποτελεί αναπαράσταση και όχι επανάληψη, όπως συμβαίνει στον κλασικό ορισμό. Το κίνητρο είναι η μεγάλη επιθυμία για θετικό αποτέλεσμα και οι θεραπευόμενοι δεσμεύονται στην αναπαράσταση ασυνείδητων ρόλων και λειτουργιών, που προηγουμένως έχουν ληφθεί από άλλους, προ του ψυχοθεραπευτή με την ελπίδα ότι αυτές οι συγκρούσεις τελικά θα επιλυθούν. Η μεταβίβαση είναι μια περιπέτεια από την οποία ο θεραπευόμενος  αλλάζει και ανανεώνεται.

Έτσι, η μεταβίβαση είναι μια ασυνείδητη δραστηριότητα στην οποία δεσμεύεται ο θεραπευόμενος και ο ψυχοθεραπευτής. Ο θεραπευόμενος ασυνείδητα επιμένει ότι ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να συμμετέχει ενεργά. Στην πραγματικότητα, ο θεραπευόμενος ασυνείδητα παρακινεί, προκαλεί και εξαναγκάζει τον ψυχοθεραπευτή και  ως αποτέλεσμα αυτής της χειραγώγησης, ο ψυχοθεραπευτής ασυνείδητα συμμετέχει. Ο θεραπευόμενος επιθυμεί ασυνείδητα τη σχέση ρόλων με κάποιον άλλο, απαιτεί την ανταπόκριση στο ρόλο από τον ψυχοθεραπευτή του. Όταν ο θεραπευόμενος δεσμεύεται στη μεταβίβαση , πραγματοποιεί ένα εσωτερικό σενάριο στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης που προκύπτει (με τον ψυχοθεραπευτή) και σε ένα ρόλο που γράφτηκε από τον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου.

Η μεταβίβαση επικεντρώνεται στην ασυνείδητη συμμετοχή του ψυχοθεραπευτή μέσω ενός φαινομένου που ονομάζεται αντιμεταβίβαση. Αυτό υπογραμμίζει μια παρατήρηση του Φρόυντ στον εαυτό του :ʺΕίναι θεμελιώδης η απαίτηση της μεταβίβασης, υπογραμμίζοντας όλες τις ιδιαίτερες απαιτήσεις, ότι ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να συμμετέχει σε ένα κόσμο με συγκεκριμένο νόημαʺ. Καθώς οι θεραπευόμενοι ασυνείδητα προσπαθούν να αναπαραστήσουν τις προβληματικές διαπροσωπικές τους σχέσεις, ο ψυχοθεραπευτής συμμετέχει ασυνείδητα. Θεραπευόμενος και ψυχοθεραπευτής μπλέκουν σε μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση, ʺένα είδος ψυχικής δύναμης που συντελείται από τις διαδικασίες της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασηςʺ.

Η αντιμεταβίβαση αποτελεί αναπόσταστο κομμάτι της σχέσης της μεταβίβασης. Κάθε μεταβίβαση προκαλεί την αντιμεταβίβαση.

Ο Φρόιντ αναφέρθηκε στην ελπίδα των θεραπευόμενων να επιλύσουν τις συγκρούσεις μέσω της αναπαράστασης όταν έγραψε για τη δυναμική της μεταβίβασης. Η μεταβίβαση είναι μια προσπάθεια του εαυτού να επουλώσει τις πληγές του. Το ασυνείδητο κίνητρο των θεραπευόμενων για επούλωση τους κατευθύνει να προσπαθήσουν να επιτύχουν την ψυχική τους ευεξία με την επεξεργασία του συγκρουσιακού υλικού. Η ιδιωτικότητα και η οικειότητα των συνεδριών, η άνευ όρων θετική στάση του ψυχοθεραπευτή και η πεποίθηση του θεραπευόμενου ότι ο ψυχοθεραπευτής θα καλύψει τις ανάγκες του, όλα λειτουργούν μαζί για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο ο θεραπευόμενος εκφράζει τις βαθιές του επιθυμίες και την ανάγκη για αποδοχή. Μέσω της αναπαράστασης, οι θεραπευόμενοι ασυνείδητα δημιουργούν ένα ελλιπές δράμα σε ένα υγιές τέλος. Φαντάζονται ότι το παρόν θα εξαργυρώσει το παρελθόν: ο καλοπροαίρετος άνθρωπος θα αντικατασταθεί από έναν κακόβουλο. Η νέα εκδοχή του γεγονότος θα επανορθώσει ή θα επουλώσει το αρχικό.

Ωστόσο, ο Φρόιντ επίσης εξήγησε ότι οι θεραπευόμενοι δεν μπορούν έτσι απλά να δεσμευτούν στη μεταβίβαση. Η μεταβίβαση από μόνη της δεν μπορεί να επιλύσει ψυχικές συγκρούσεις, για την επούλωση χρειάζεται η αναπαράσταση και όχι η επανάληψη. Απλά η επανάληψη των γεγονότων του ασυνείδητου μυαλού που έχουν συμβεί όταν ήμασταν νέοι, δεν σημαίνει ότι οι θεραπευόμενοι δουλεύουν με το συνειδητό μυαλό για να επιλύσουν συγκρουσιακά γεγονότα. Για παράδειγμα, δεν συμφιλιώνονται με την επιθυμία τους για άνευ όρων αποδοχή από τη μητέρα τους όταν η μητέρα τους είναι επικριτική. Δεν παραιτούνται από την επιθυμία τους για αυτό το είδος μητέρας. Δεν αποδέχονται το γεγονός ότι με τους  περιορισμούς της, η μαμά τους δεν θα εκπληρώσει ποτέ αυτή την επιθυμία τους. Αυτό που είναι λιγότερο προσαρμοστικό είναι ότι δεν κάνουν σχέδια για να εκπληρώσουν αυτή την επιθυμία με τον καλύτερο τρόπο που μπορούν. Ούτε μειώνουν το μέγεθος της επιθυμίας ώστε να μπορεί να εκπληρωθεί από τους άλλους. Έτσι δεν επουλώνονται.

Τελικά, η επούλωση βασίζεται σε τρία βήματα. Πρώτον, την ανακάλυψη μη ενσωματωμένων πτυχών του εαυτού του θεραπευόμενου που είχαν καταπιεστεί από τη στιγμή της αρχικής εμπειρίας. Δεύτερον, επιτρέπεται σε αυτά τα κομμάτια να εμφανιστούν και τρίτον οι θεραπευόμενοι τα αφομοιώνουν στην ώριμη, λειτουργική ψυχή. Η επούλωση είναι το αποτέλεσμα της μετατροπής αυτών των μη ανεπτυγμένων πτυχών της ψυχής σε λειτουργικά κομμάτια.

Σε αντίθεση, η μεταβίβαση απλά συμβαίνει όταν οι θεραπευόμενοι ελπίζουν ότι οι εξωτερικές, διευθετημένες αλληλεπιδράσεις με τον ψυχοθεραπευτή τους θα είναι αρκετά θετικές για να σβήσουν τις προηγούμενες αρνητικές αναμνήσεις. Αλλά η επούλωση απαιτεί σκληρή δουλειά. Η μεταβίβαση είναι εύκολη.

Μεταβίβαση: ένα δυναμικό φαινόμενο

Η μεταβίβαση είναι μια δυναμική διαδικασία. Προκαλείται από τους θεραπευόμενους στην αρνητική ή θετική συμπεριφορά του ψυχοθεραπευτή που μπορεί να μοιάζει με καλοπροαίρετες ή κακοπροαίρετες λέξεις ή πράξεις ενός άλλου προσώπου από τη ζωή ή το παρελθόν του θεραπευόμενου. Ορισμένα χαρακτηριστικά όπως ο τόνος της φωνής, η ενέργεια, ο επαγγελματισμός και η οικειότητα από τους θεραπευόμενους οδηγεί στην προβολή συναισθημάτων και συμπεριφορών προς τον ψυχοθεραπευτή. Αυτές οι προβολές μπορεί να είναι έντονες όταν ο ψυχοθεραπευτής έχει κάποια χαρακτηριστικά που συνδέονται με τις συγκρουσιακές σχέσεις του θεραπευόμενου.

Από μια διαφορετική οπτική γωνία, η μεταβίβαση σύμφωνα με τον ολιστικό ορισμό είναι δυναμική καθώς είναι μια οργανωμένη διαδικασία στην οποία οι θεραπευόμενοι δεσμεύονται ασυνείδητα κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας για να ανταποκριθούν σε ένα αριθμό θεμάτων: τις αναμνήσεις από σημαντικά πρόσωπα της πρώιμης παιδικής ηλικίας, τις τωρινές εμπειρίες με άλλους και τις συμπεριφορές του ψυχοθεραπευτή. Η δέσμευση στη μεταβίβαση, οδηγεί τους θεραπευόμενους να επιβάλλουν την οργάνωση της προηγούμενης αντίληψης της εμπειρίας στο παρόν έτσι ώστε να διαμορφώσουν την ψυχική τους πραγματικότητα στο «εδώ και τώρα». Οι θεραπευόμενοι προσπαθούν ασυνείδητα να δομήσουν και να οργανώσουν την εμπειρία με τέτοιο τρόπο που το παρελθόν να ξαναζωντανεύει στο παρόν.

Όμως η μεταβίβαση δεν είναι απλά η ασυνείδητη αναβίωση των παλιών εικόνων, σκέψεων, συναισθημάτων και αισθήσεων και η αντίληψη ότι είναι η τωρινή πραγματικότητα. Δεν είναι απλά η έκφραση ενός θεραπευόμενου, ʺΜοιάζεις στον πατέρα μουʺ. Είναι, ʺΕίσαι ο πατέρας μου. Σε ξέρω καλά. Θα με αγαπήσεις όπως δεν με αγάπησε ο πατέρας μου και θα πάρεις μακριά τον πόνο. Δεν θα είμαι πια απογοητευμένηʺ. Η μεταβίβαση είναι μια προσπάθεια ενός κομματιού του θεραπευόμενου να αντικαταστήσει τις αναμνήσεις των συμπεριφορών του παρελθόντος και να μετατρέψει τα αρνητικά συναισθήματα σε θετικά.

Ωστόσο, οι θεραπευόμενοι ασυνείδητα στέλνουν μηνύματα στον ψυχοθεραπευτή τους. Εκείνοι που θα μπορούσαν να είναι επικριτικοί, λαμβάνονται ως επικριτικοί. Οι ψυχοθεραπευτές στη συνέχεια ασυνείδητα ενδοπροβάλλουν το μήνυμα και αν η αντιμεταβίβαση το επιτρέψει, ενσαρκώνουν το ρόλο του επικριτικού ατόμου. Ίσως να μιλούν πιο έντονα από το συνηθισμένο. Οι ψυχοθεραπευτές μπορεί να χρησιμοποιήσουν στιγμιαία σκληρή φωνή, για παράδειγμα, και αυτό να δώσει το ερέθισμα τον θεραπευόμενο να παρατηρήσει τις ομοιότητες ανάμεσα στον ψυχοθεραπευτή και στο άτομο που του ασκούσε λεκτική βία. Η μεταβίβαση επικεντρώνεται στην ισχυρή επιρροή της προσωπικότητας του ψυχοθεραπευτή, των χαρακτηριστικών της αντιμεταβίβασης και τις συμπεριφορές σχετικά με τη μεταβίβαση από τους θεραπευόμενους.

Συμπερασματικά, για τα φαινόμενα μεταβίβασης:

  • Κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας, οι θεραπευόμενοι προσπαθούν ασυνείδητα να αναπαραστήσουν ανεπίλυτες διαπροσωπικές συγκρούσεις που (α) προέρχονται από το παρελθόν τους και (β) από το παρόν, εκτός της ψυχοθεραπευτικής συνεδρίας.
  • Οι θεραπευόμενοι ασυνείδητα αποδίδουν ομοιότητες ανάμεσα στον ψυχοθεραπευτή και σε άλλους με τους οποίους έχουν ανεπίλυτες συγκρούσεις. Οι ομοιότητες αυτές αποτελούν το κίνητρο για να μετατεθούν τα φαινόμενα του παρελθόντος στην παρούσα θεραπευτική σχέση. Προβάλλουν χαρακτηριστικά άλλων ανθρώπων στον ψυχοθεραπευτή τους.
  • Οι θεραπευόμενοι ασυνείδητα οργανώνουν τη σχέση με τον ψυχοθεραπευτή τους στις συνεδρίες έτσι ώστε να μειώσουν ή να περιορίσουν τον πόνο, χωρίς να αντιμετωπίζουν συνειδητά τις συγκρούσεις του παρελθόντος ή του παρόντος.
  • Ταυτόχρονα, οι ψυχοθεραπευτές ενδοπροβάλλουν ή ασυνείδητα λαμβάνουν τις προβολές των θεραπευομένων: τα μηνύματα ότι είναι σαν τους άλλους και θα συμπεριφερθούν όπως οι άλλοι.
  • Οι θεραπευόμενοι επίσης ασυνείδητα επιτρέπουν στον ψυχοθεραπευτή να προβάλλει σε αυτούς θεραπευτικό υλικό ώστε να εξελιχθεί το φαινόμενο της μεταβίβασης.
  • Οι θεραπευόμενοι αναθέτουν ρόλους στους ψυχοθεραπευτές που αρχικά έχουν παιχτεί από άλλα σημαντικά πρόσωπα στη ζωή τους με τα οποία είναι ακόμη σε σύγκρουση. Προσπαθούν να αναπαραστήσουν τις συγκρουσιακές εμπειρίες και να τις μετατρέψουν σε θετικές

 

Μεταβίβαση: μια διαπροσωπική εμπειρία

Η μεταβίβαση αφορά τη μετάθεση των προσωπικών εμπειριών όλης της ζωής, δεν περιορίζεται μόνο στις εμπειρίες της πρώιμης παιδικής ηλικίας. Μετατοπίζει τις συγκρούσεις του παρελθόντος στο παρόν και αντίστροφα, τις εμπειρίες του παρόντος στο παρελθόν. Η μεταβίβαση περιλαμβάνει όσα γίνονται διαπροσωπικά εκτός των συνεδριών, όσα αποκαλύπτονται στις συνεδρίες και όσα συμβαίνουν ενδόμυχα στον θεραπευόμενο από την νηπιακή ηλικία. Υπάρχει ένα φαινόμενο που εξελίσσεται σήμερα, στο «εδώ και τώρα» που όμως βασίζεται στο παρελθόν. Δηλαδή ένας θεραπευόμενος ασυνείδητα φαντασιώνεται και επαναβιώνει ρόλους και συγκρούσεις. Η μεταβίβαση είναι λοιπόν ταυτόχρονα μια νέα εμπειρία και μια αναπαράσταση μιας παλιάς εμπειρίας.

 


ΚΑΝΕ ΤΟ ΤΕΣΤ